Super User

Super User

email Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η Ροδιά

ΡΟΔΙΑ
Η ροδιά (Punica granatum L.) θεωρείται το παλαιότερο καλλιεργούμενο καρποφόρο δένδρο, κατάγεται από την Περσία και η καλλιέργεια της εμφανίζεται στην Ελλάδα από τα αρχαία χρόνια. Παρόλα αυτά η συστηματική καλλιέργεια της ροδιάς στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, αλλά τα τελευταία χρόνια πολλοί παραγωγοί έχουν προβεί σε νέες φυτεύσεις δέντρων ροδιάς κυρίως της ποικιλίας wonderful.
Καλλιεργείται κυρίως σε εύκρατες περιοχές, τόσο σε χαμηλό όσο και σε υψηλό υψόμετρο ενώ η δυνατότητα επέκτασης της καλλιέργειας σε ξηρές περιοχές με εδάφη υψηλής αλατότητας, είναι πολύ μεγάλη καθώς δεν απαιτεί ιδιαίτερες εδαφικές συνθήκες. Τα πολύ υγρά εδάφη θεωρούνται ακατάλληλα. Είναι σχετικά ανθεκτική στο ψύχος αλλά 3πρέπει να αποφεύγεται η φύτευση σε παγετόπληκτες περιοχές καθώς δεν ανέχεταιθερμοκρασίες μικρότερες από -10ο C. Η υψηλή θερμοκρασία του καλοκαιριού ευνοεί την ωρίμανση των καρπών.
Η φύτευση γίνεται από Νοέμβριο έως Μάρτιο σε καλά και κατάλληλα προετοιμασμένα χωράφια. Οι αποστάσεις φύτευσης των δέντρων σε συστηματικούς οπωρώνες είναι 4-5 μέτρα μεταξύ των γραμμών και 3-4 μέτρα πάνω στη γραμμή (περίπου 50-80 φυτά/στρέμμα). Το κόστος ανεπτυγμένων διετών φυτών ανέρχεται περίπου σε 7-10 €/φυτό.Το πότισμα, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, είναι αναγκαίο γιατί διατηρεί σταθερή την παραγωγικότητα των δέντρων και συμβάλει στην παραγωγή καρπών ανωτέρας ποιότητας.Η ροδιά θεωρείται απαιτητική σε άζωτο.
Η ροδιά διαμορφώνεται συνήθως σε δέντρο με ένα ή πολλούς κορμούς. Επειδή σχηματίζει πολλές παραφυάδες, το κλάδεμα καρποφορίας θα πρέπει να συνίσταται σε αφαίρεση των παραφυάδων και των κλαδιών της κόμης για να ενθαρρυνθεί η παραγωγή νέας καρποφόρας βλάστησης.
Η πλήρης ωρίμανση των καρπών γίνεται το φθινόπωρο. Τα ρόδια είναι ώριμα, όταν ο φλοιός τους αποκτήσει το χαρακτηριστικό χρώμα της ποικιλίας κατά την ωρίμανση, αλλά πριν ακόμα οι καρποί σχιστούν.
Η παραγωγή της ροδιάς αρχίζει το 3ο έτος από την εγκατάσταση στον αγρό (περίπου 100 κιλά/στρέμμα), ενώ η μέγιστη παραγωγή εμφανίζεται γύρω στα 8-10 έτη (περίπου 2.000 κιλά ανά στρέμμα). Η παραγωγική ζωή της ροδιάς διαρκεί 40-50 χρόνια.
Το σημαντικότερο πρόβλημα της καλλιέργειας της ροδιάς είναι το σχίσιμο των καρπών. Το φυσιολογικό αυτό φαινόμενο έχει πολλαπλά αίτια όπως τη μεγάλη διακύμανση μεταξύ ημερήσιας και νυχτερινής θερμοκρασίας, τη διακύμανση της εδαφικής υγρασίας, την καθυστέρηση της συγκομιδής, τις προσβολές από έντομα καιασθένειες καθώς και την έλλειψη βορίου σε νεαρούς καρπούς. Η σωστή άρδευση των δένδρων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού σε συνδυασμό με τη σκίαση των καρπών και με ψεκασμό με αντιδιαπνευστικές ουσίες μειώνει το φαινόμενο του σχισίματος των καρπών.Εκτός από την κατανάλωση των καρπών τα τελευταία χρόνια προωθούνται στην αγορά ολοένα και περισσότερα επώνυμα προϊόντα που περιέχουν ρόδι. Η ποικιλία των προϊόντων αυτών δεν περιορίζεται μόνο σε προϊόντα διατροφής (χυμοί, ποτά, αναψυκτικά, γιαούρτια, παγωτά, μαρμελάδες, καφές) αλλά περιλαμβάνει και καλλυντικά και συμπληρώματα διατροφής.
Η εμπορική αξία του καρπού επηρεάζεται κατά κύριο λόγο από το μέγεθός του. Έτσι, τα μεγαλύτερου μεγέθους ρόδια (>400 γρ.), πωλούνται ακριβότερα, ενώ τα πολύ μικρού μεγέθους έχουν ελάχιστη εμπορική αξία. Επίσης, ο καρπός πρέπει να έχει έντονο κόκκινο χρώμακαι καλά διαμορφωμένο στέμμα για να έχει αυξημένη εμπορική αξία.Σήμερα, στην περιοχή της Ερμιόνης, όπου η ροδιά αποτελεί παραδοσιακή καλλιέργεια, παράγεται ο κύριος όγκος (300-400 τόνοι) ροδιών στην Ελλάδα.Η ελληνική αγορά εισάγει μεγάλες ποσότητες ροδιών (κυρίως από την Τουρκία, το Ιράν, την Ινδία, την Αίγυπτο και το Ισραήλ) προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της. Σύμφωνα με στοιχεία από τις Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής της χώρας παράγονται συνολικά περίπου 2.500 τόνοι ρόδια.
Πηγή minagric.gr

Το παντζάρι καταπολεμά την υπέρταση και αυξάνει τις επιδόσεις

Το παντζάρι καταπολεμά την υπέρταση και αυξάνει τις επιδόσεις

Νέα στοιχεία έρχονται να προστεθούν στα οφέλη που προσφέρει το ταπεινό παντζάρι για τον οργανισμό. Σύμφωνα με ερευνητές από το Barts Health της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας της Βρετανίας και την Ιατρική Σχολή του Λονδίνου, η κατανάλωση 250ml χυμού παντζαριού ημερησίως, μπορεί να μειώσει την αρτηριακή πίεση κατά 10mmHg (χιλιοστά της στήλης υδραργύρου).
Το παντζάρι καταπολεμά την υπέρταση και αυξάνει τις επιδόσεις

Ο κόκκινος χυμός του πατζαριού ρίχνει την αρτηριακή πίεση, σύμφωνα με μια βρετανική μελέτη. Επιπλέον, Αμερικανοί επιστήμονες ανακάλυψαν ότι ενισχύει τις αθλητικές επιδόσεις.
Νέα στοιχεία έρχονται να προστεθούν στα οφέλη που προσφέρει το ταπεινό παντζάρι για τον οργανισμό. Σύμφωνα με ερευνητές από το Barts Health της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας της Βρετανίας και την Ιατρική Σχολή του Λονδίνου, η κατανάλωση 250ml χυμού παντζαριού ημερησίως, μπορεί να μειώσει την αρτηριακή πίεση κατά 10mmHg (χιλιοστά της στήλης υδραργύρου).
Στη μελέτη που παρουσιάζεται στο επιστημονικό έντυπο «Hypertension» έλαβαν μέρος 15 ασθενείς. Κατά τους ειδικούς, η αντιυπερτασική δράση του παντζαριού παρατηρήθηκε μια ημέρα μετά την κατανάλωση του χυμού. Η ουσία που κάνει όλη τη δουλειά φαίνεται να είναι το νιτρικό άλας το οποίο εντοπίζεται στα παντζάρια και διαστέλλει τα αιμοφόρα αγγεία, διευκολύνοντας την κυκλοφορία του αίματος.
Τα νιτρικά άλατα εντοπίζονται φυσικά στο έδαφος από όπου αντλούνται μέσω των ριζών των φυτών, καθώς συμβάλλουν στην ανάπτυξή τους.
Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι αν και εντυπωσιακά, τα ευρήματά τους χρήζουν περαιτέρω μελέτης. «Είμαστε πραγματικά εντυπωσιασμένοι με το γεγονός ότι μια τόσο μικρή ποσότητα νιτρικού άλατος μπορεί να έχει τόσο μεγάλη επίδραση στον οργανισμό», εξηγεί η ερευνήτρια Δρ. Αμρίτα Αχλουβάλια.

«Ελπίζουμε ότι υιοθετώντας μια διατροφή πλούσια σε λαχανικά με υψηλή συγκέντρωση σε νιτρικό άλας π.χ. πράσινα φυλλώδη λαχανικά ή παντζάρια, οι ασθενείς θα μπορούν να βελτιώσουν εύκολα την καρδιαγγειακή τους υγεία. Για την επιβεβαίωση της μακροπρόθεσμης αποτελεσματικότητας της συγκεκριμένης μεθόδου ωστόσο, χρειάζονται μελέτες μεγαλύτερης κλίμακας» καταλήγει η ειδικός.

Επίσης ενισχύει τις αθλητικές επιδόσεις

Οι ειδικοί του Πανεπιστημίου του Σεντ Λούις διαπίστωσαν ότι η κατανάλωση παντζαριών λίγο πριν τον αγώνα δρόμου, βοηθούσε τους αθλητές ώστε να επιτύχουν καλύτερους χρόνους, ενισχύοντας την ταχύτητα των δρομέων.
Στο ενδιαφέρον πείραμα των ερευνητών έλαβαν μέρος συνολικά 11 γυμνασμένα και υγιή άτομα (άνδρες και γυναίκες) από τα οποία ζητήθηκε να διανύσουν πέντε χιλιόμετρα σε διάδρομο γυμναστικής, δύο φορές.
Περίπου μια ώρα πριν από τον πρώτο γύρο, οι εθελοντές κατανάλωσαν 200γρ ψητών παντζαριών. Πριν από τον δεύτερο γύρο, κατανάλωσαν 200γρ πουρέ από κράνμπερι (cranberries), ο οποίος αν και παρόμοιας θερμιδικής αξίας με τα παντζάρια δεν περιείχε τα ίδια επίπεδα νιτρικών αλάτων με τα ζουμερά λαχανικά.
Όπως εξηγούν οι επιστήμονες με δημοσίευσή τους στο επιστημονικό έντυπο «Academy of Nutrition and Dietetics», μετά την τονωτική «ένεση» των παντζαριών οι εθελοντές άγγιξαν στον διάδρομο μέση ταχύτητα που αντιστοιχούσε σε 12,3 χλμ./ώρα, τη στιγμή που μετά την κατανάλωση των κράνμπερι δεν ξεπέρασαν τα 11,9 χλμ./ώρα.
Ξεκαθαρίζουν μάλιστα, ότι παρατήρησαν πως τα παντζάρια έδιναν στους δρομείς αρκετή ενέργεια ώστε να επιταχύνουν κατά το τελευταίο μέρος της απόστασης που καλούνταν να καλύψουν.
«Στον γύρο των παντζαριών, κατά τα τελευταία δύο χιλιόμετρα, η ταχύτητα των εθελοντών ήταν 5% μεγαλύτερη συγκριτικά με τον γύρο των κράνμπερι» προσθέτουν οι ερευνητές.

Τονωτική «ένεση» με γεύση λαχανικών

Το συμπέρασμα, σύμφωνα με την κύρια συγγραφέα της μελέτης Δρ. Μάργκαρετ Μέρφι, είναι ότι τα πλούσια σε νιτρικά άλατα παντζάρια βελτιώνουν τις αθλητικές επιδόσεις των υγιών ενηλίκων.

«Τη στιγμή που η λήψη νιτρικών αλάτων από άλλες πηγές μπορεί να είναι καταστροφική για την υγεία, η κατανάλωση ολόκληρων λαχανικών παρουσιάζει σημαντικά οφέλη. Θα ήταν λοιπόν καλό, τα άτομα που επιδιώκουν βελτίωση των αθλητικών τους επιδόσεων να αναζητούν τη λήψη νιτρικών αλάτων μέσω της κατανάλωσης ολόκληρων λαχανικών, όπως π.χ. τα παντζάρια» καταλήγει η ίδια.

(Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ)

Αρώνια

Γενικά για το φυτό
Η αρώνια η μελανόκαρπη (Aronia melanocarpa), (Black Chokeberry) ανήκει στην οικογένεια των ροδοειδών (Rosaceae) και είναι ένα πολύτιμο φαρμακευτικό είδος, το οποίο απαντάται φυσικά στην Βορειοανατολική Αμερική και στον Νότιο Καναδά, σε ευρεία έκταση σε ξηρές έως υγρές περιοχές. Είναι φυλλοβόλος θάμνος ύψους 1-3 μέτρων. Η αρώνια είναι ένα θαμνόμορφο φυτό που η συστηματική του καλλιέργεια, στην Ευρώπη και Ρωσία, άρχισε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού προηγουμένως αναγνωρίστηκε η πολύτιμη φαρμακευτική και υγιεινή αξία των καρπών της. Η αρώνια στην διεθνή κλίμακα των φαρμακευτικών φυτών (1-5) κατέχει τις πρώτες θέσεις (κλίμακα 1).
Μορφολογία-Οικολογία
Η αρώνια είναι μακρόβιος και μειωμένων γενικώς απαιτήσεων θάμνος, διότι αναπτύσσει ευρύ ριζικό σύστημα και αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες (<-25 °C), με αποτέλεσμα να μπορεί να καλλιεργηθεί χωρίς πρόβλημα σχεδόν σε όλες περιοχές της Ελλάδας με εξαίρεση τις πολύ θερμές περιοχές όπου έχουμε συχνούς καύσωνες (>42 °C). Η ταχύτητα ανάπτυξης των φυτώνείναι αργή (30-40εκ. ανά έτος), όμως η διάρκεια ζωής είναι μεγάλη (έως 100 έτη). Οι ρίζες (εκτός από την κεντρική/πασσαλόριζα) είναι επιφανειακές και λεπτές. Αναπτύσσει πολλές παραφυάδες και μεταφυτεύεται εύκολα. Τα φύλλα είναι ελλειπτικά (2-6εκ. μήκος και 1-4εκ. πλάτος). Το χρώμα των φύλλων το θέρος είναι ανοικτό έως σκούρο πράσινο, και το φθινόπωρο αλλάζει σε διάφορα χρώματα (πορτοκαλί, ροδοκόκκινο, απαλό ροζ). Το φυτό ανθίζει τον Ιούλιο ή Αύγουστο, τα άνθη είναι άσπρα και φύονται σε μικρές ταξιανθίες. Το χρώμα του φλοιού κυμαίνεται (καφέ έως ανοικτό μαύρο). Ο καρπός είναι μικρός (7-10 χιλιοστά), στρογγυλός, απαλός μαύρος στην αρχή και μαύρος, όταν ωριμάζει. Στην Ελλάδα ωριμάζει νωρίτερα (Αύγουστος -αρχές Σεπτεμβρίου, ανάλογα με το κλίμα). Η παραγωγή καρπών αρχίζει από το τρίτο έτος και σταδιακά αυξάνεται.
Εξάπλωση-οικονομική σημασία
Στην Ευρώπη, η αρώνια καλλιεργείται σε διάφορες χώρες (Ρωσία, Λιθουανία, Βουλγαρία, Σουηδία, Δημοκρατία της Τσεχίας), και σε ευρεία έκταση στην Πολωνία. Στην Λιθουανία, μία εταιρεία παρασκευάζει κρασί (από τους καρπούς της αρώνιας) που ονομάζεται "Aronijos" που συνιστάται για πρόληψη από καρδιοπάθειες. Η αρώνια εισάχθηκε από την Αμερική στην Ανατολική Ευρώπη, πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, και αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως καλλωπιστικό φυτό. Όμως, μετά τον πόλεμο, χρησιμοποιήθηκε σαν φαρμακευτικό φυτό από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Σο 1974, 54.000 στρέμματα φυτεύτηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, από τα οποία τα 40.000 στρέμματα σε περιοχές με ψυχρό κλίμα (Σιβηρία). Ο σκοπός των φυτειών ήταν η παραγωγή χυμού και φαρμακευτικών σκευασμάτων, διότι οι καρποί της αρώνιας είναι πλούσιοι σε ουσίες (ανθοκυανίνες, φαινόλες, κατεχίνες, φλαβονόλες, κ.α.).Η οικονομική σημασία της καλλιέργειας της αρώνιας είναι μεγάλη, διότι το κόστος καλλιέργειας είναι χαμηλό (τιμές γυμνόριζων τριετών φυταρίων 2-4 ευρώ), αποδίδει εισόδημα σε μικρό διάστημα (δύο έως τρία έτη μετά την φύτευση), η φυτεία διαρκεί μεγάλο διάστημα (έως 100 έτη), η καλλιέργεια θεωρείται βιολογική (δεν χρειάζονται λιπάνσεις, ραντίσματα, διότι δεν έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα ασθένειες).
Xρήσεις-Προϊόντα
Ο καρπός της αρώνιας είναι βρώσιμος και εύγευστος (ιδιαίτερα μετά από επεξεργασία), και δύναται να χρησιμοποιηθεί ευρύτατα σε μαρμελάδες, διότι περιέχει μία πολύτιμη ουσία, την πηκτίνη. O καρπός μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην φαρμακοβιομηχανία, διότι περιέχει και βιταμίνη C σε υψηλά επίπεδα (15-30 mg στα 100 γραμμάρια), καθώς και πολλές άλλες βιταμίνες και ιχνοστοιχεία (Α, Β1, Β2, Β3, Β6, Β9, Ε, Κ, P). Επίσης, ο καρπός μας προστατεύει και από την ραδιενέργεια. Το κυριότερο προϊόν της αρώνιας για πώληση είναι οι καρποί (νωποί, καταψυγμένοι και αποξηραμένοι σε μορφή σταφίδας). Επιπλέον, οι καρποί επεξεργαζόμενοι παρέχουν μεταποιημένα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως μαρμελάδες, χυμούς, σιρόπι, λικέρ ή κρασί. Στην Λιθουανία, μία εταιρεία παρασκευάζει κρασί (από τους καρπούς της αρώνιας) που ονομάζεται "Aronijos" που συνιστάται για αναζωογόνηση και πρόληψη από καρδιοπάθειες. Η αρώνια θεωρείται είδος πολύτιμο για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες, λόγωυψηλής περιεκτικότητας σε ζωτικές πολυφαινόλες (πέντε φορές περισσότερο από τα σταφύλια). Τα εκχυλίσματα των καρπών και φύλλων της αρώνιας έχουν χρήσιμες αντιοξειδωτικές ιδιότητες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις φαρμακοβιομηχανίες, διότι εμπεριέχουν ουσίες με χρήσιμες θεραπευτικές ιδιότητες (ανθοκυανίνες, πολυφαινόλες, βιοφλαβονόλες, ταννίνες, ισταμίνες, σεροτονίνες, κ.α.). Στα φαρμακεία του εξωτερικού διατίθενται σκευάσματα της αρώνιας, σε κάψουλες, σταγόνες, κ.α.
Καλλιεργητικές τεχνικές
Γενικά, η αρώνια μπορεί να καλλιεργηθεί σε όλους σχεδόν τους τύπους εδαφών, με την προϋπόθεση ότι τα εδάφη πρέπει να αποστραγγίζονται, διότι το φυτό είναι ευαίσθητο στην περίσσεια νερού.Δεν απαιτεί παρά ελάχιστο κλάδεμα. Πρέπει να κλαδεύονται τα ξερά κλαδιά, ώστε το φυτό να αναπτύσσεται σε φωτεινότερες συνθήκες. Η αρώνια είναι μία βιολογική καλλιέργεια, καθώς δεν προσβάλλεται από ασθένειες και για τον λόγο αυτό δεν χρειάζεται ραντίσματα και λιπάνσεις (παρά μόνο με ζωικά ή φυτικά υπολείμματα, κοπριά).
Πολλαπλασιασμός
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με εύκολο τρόπο, είτε από τους καρπούς, είτε από μοσχεύματα (από νεαρά κλαδιά). Ο ταχύτερος και αποτελεσματικότερος τρόπος πολλαπλασιασμού είναι με σπόρους. Οι σπόροι των καρπών μπορούν να αποθηκευτούν σε υγρό και ψυχρό περιβάλλον (2 °C) για διάστημα τριών μηνών. Η σπορά γίνεται στη διάρκεια των χειμερινών μηνών και η βλάστηση αρχίζει σε διάστημα 1-3 μηνών μετά την σπορά, όταν η θερμοκρασία ξεπεράσει τους 15 °C (Απρίλιος). Ο πολλαπλασιασμός των φυτών μπορεί να γίνει και με μοσχεύματα, διότι επιτυγχάνεται εύκολα, είτε σε εξωτερικές συνθήκες (από νεαρά κλαδιά την θερινή περίοδο, Ιούλιος-Αύγουστος), είτε σε συνθήκες θερμοκηπίου με σταθερή θερμοκρασία και υγρασία/υδρονέφωση (από νεαρά κλαδιά την χειμερινή περίοδο).
Απαιτήσεις σε κλίμα-έδαφος
Είναι είδος λιτοδίαιτο, και μπορεί να καλλιεργηθεί ευρύτατα σε διαφορετικά κλίματα (ξηρά ή υγρά) και εδάφη (αμμώδη έως πηλώδη, όξινα, ουδέτερα, αλκαλικά). Ευδοκιμεί και αναπτύσσεται ταχύτερα σε υγρά, ελαφρά και τυρφώδη εδάφη. Απαιτεί ηλιοφάνεια, αλλά δύναται να ευδοκιμήσει και σε ημίσκια περιβάλλοντα. Η αρώνια αντέχει σε παγετούς (-25 °C), όμως επηρεάζεται από υψηλές θερμοκρασίες (καύσωνες >42 °C). Σέλος, πρέπει να ποτίζεται το καλοκαίρι, ιδιαίτερα στα πρώτα τρία έτη μετά την φύτευση (κατά προτίμηση με στάγδην άρδευση).
Προετοιμασία του εδάφους-Αποστάσεις φύτευσης
Πριν την φύτευση γίνεται μια αναμόχλευση του εδάφους με φρέζα και στη συνέχεια διανοίγονται οπές βάθους 50 εκ. (όταν τα φυτάρια είναι τριετή),ανάλογα με την απόσταση φύτευσης (φυτευτικός σύνδεσμος). Οι κατάλληλες αποστάσεις φύτευσης, σε μέτρα, είναι 3 x 3, 3 x 2,5 ή 3 x 2 μ. Ακολουθούν 1-2 κατεργασίες με φρέζα και ισοπέδωση του εδάφους. στην συνέχεια μπορούν να δημιουργηθούν αναχώματα με διαστάσεις που ποικίλουν ανάλογα με το αρδευτικό σύστημα που έχει εγκατασταθεί στην φυτεία, την κλίση του εδάφους κ.α.
Λίπανση
Δεν χρειάζονται χημικά λιπάσματα, διότι η καλλιέργεια της αρώνιας γίνεται κατά κανόνα βιολογικά. Όμως η παραγωγή αυξάνεται με την εμπλουτισμό του εδάφους με οργανική ουσία (κοπριά), διότι βελτιώνεται η δομή και η σύσταση του εδάφους.
Άρδευση
Σο φυτό είναι ευαίσθητο σε συνθήκες μακράς ξηρασίας και για τον λόγο αυτό χρειάζεται άρδευση (κατά προτίμηση σε στάγδην), ιδιαίτερα στα πρώτα έτη μετά τη φύτευση, διότι η άρδευση της φυτείας βελτιώνει κατά πολύ τις τελικές αποδόσεις
Ασθένειες-Εχθροί
Η φυτοπροστασία της αρώνιας δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα, διότι η σκληρή και παχιά επιδερμίδα των φύλλων, καθώς και η μεγάλη περιεκτικότητα των φύλλων και των καρπών σε πολυφαινόλες αποτελούν σημαντική φυσική άμυνα για το φυτό. Επίσης, στην διεθνή βιβλιογραφία δεν έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα ασθένειες από μύκητες ή έντομα.Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι τα άγρια πουλιά, διότι προκαλούν ζημιές, όταν οι καρποί ωριμάσουν. Για την προστασία από τα πουλιά χρησιμοποιούνται διάφοροι μέθοδοι (ηχητικές μέθοδοι, δίχτυα, σκιάχτρα, κ.α.).
Συγκομιδή – επεξεργασία
Η συγκομιδή των καρπών της αρώνιας για την Ελλάδα γίνεται χειρωνακτικά από τον Αύγουστο έως τα μέσα Σεπτεμβρίου.Οι καρποί διατηρούνται νωποί σε ψυγεία (2 °C) για διάστημα τριών μηνών καιπωλούνται ως νωποί ή διατηρούνται σε καταψύκτες για μεγάλα χρονικά διαστήματα και πωλούνται ως κατεψυγμένοι. Επιπλέον, οι καρποί αφού αποξηραθούν, μπορούν να πωληθούν σε μορφή σταφίδας. Επίσης, οι καρποί μπορούν να μεταποιηθούν σε εμπορεύσιμα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας και οικονομικής σημασίας, όπως μαρμελάδες, χυμούς, σιρόπι ή κρασί. Σημαντικό οικονομικό όφελος μπορεί προκύψει με την μετατροπή των εκχυλισμάτων των καρπών αρώνιας σε φαρμακευτικές ουσίες για την καταπολέμηση πολλών ασθενειών. Επισημαίνεται ότι ο πρώτος Ρώσος αστροναύτης/Γκαγκάριν χρησιμοποίησε σκευάσματα της αρώνιας για προστασία από την κοσμική και ραδιενεργό ακτινοβολία του σύμπαντος.
Αποδόσεις
Σήμερα, σε διεθνές επίπεδο οι εκτάσεις που καλλιεργούνται με αρώνια δεν είναι μεγάλες, αν και η ζήτηση σε καρπούς και μεταποιημένα προϊόντα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο.Τα φυτά, όταν φυτεύονται σε αποστάσεις 3 x 2 μ. είναι 160 ανά στρέμμα. Όταν στο αγρόκτημα τηρηθούν οι απαιτούμενες καλλιεργητικές φροντίδες (απομάκρυνση ανταγωνιστικής βλάστησης, πότισμα κατά την θερινή περίοδο, κλάδεμα των ξερών κλαδιών του φυτού και εμπλουτισμός με κοπριά), μετά από τρία έτη (όταν τα αρχικά φυτάρια που φυτεύτηκαν είναι ηλικίας τριών ετών), η παραγωγή είναι υψηλή. Η απόδοση σε καρπούς κατά μέσο όρο κυμαίνεται στα 10 κιλά/φυτό, ήτοι 1.600 κιλά/στρέμμα. Οι τιμές πώλησης των καρπών της αρώνιας στην διεθνή αγορά (Ευρώπη, Αμερική, Ρωσία, κλπ) κυμαίνονται από 4-6 ευρώ/κιλό οι νωποί και 5-7 ευρώ/κιλό οι κατεψυγμένοι. Οι χυμοί από 7-8 ευρώ/λίτρο, το λικέρ από 10-20 ευρώ/λίτρο και το κρασί από 15-30 ευρώ/λίτρο.
Ερευνητικά πειράματα εισαγωγής του είδους, προσαρμογής και δοκιμής της αρώνιας στην Ελλάδα
Τα ερευνητικά πειράματα προσαρμογής δύο ποικιλιών της αρώνιας (Βουλγαρίας και Ολλανδίας) στην Ελλάδα είναι μακροχρόνια και άρχισαν το 1987, με συνεργασία του Τπουργείου Γεωργίας/Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών (υπεύθυνος MSc. Γεώργιος Γιακζίδης-Δασολόγος), του Σαμείου Διαχείρισης Πανεπιστημιακού Δάσους Σαξιάρχη Φαλκιδικής (υπεύθυνος Δρ. Κωνσταντίνος Γούλας-Διευθυντής Σαμείου Δασών του Α.Π.Θ.) και της Δασολογικής Σχολής της Σόφιας, και συνεχίζονται μέχρι σήμερα από το ΕΘΙΑΓΕ/ΙΔΕ (υπεύθυνος Δρ. Ιωάννης Σπανός-Σακτικός Ερευνητής. Στο τελευταίο διάστημα (2005-2011), στο ΕΘΙΑΓΕ/Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών, δοκιμάστηκε ο πολλαπλασιασμός της αρώνιας από μοσχεύματα και σπόρους, που προήλθαν από ποικιλίες δύο περιοχών, μία της Ελλάδας (ορεινή ποικιλία /Σαξιάρχης-Φαλκιδική), και μία της Νότιας Βουλγαρίας (πεδινή ποικιλία). Από τον πολλαπλασιασμό αυτό προήλθε και η πρώτη καλλιέργεια αρώνιας στη περιοχή των Σερρών. Σα φυτάρια διατέθηκαν σε ιδιώτες των περιοχών Θεσσαλονίκης και Φαλκιδικής. Σα πειράματα του ΕΘΙΑΓΕ/ΙΔΕ απέδειξαν ότι τα φυτάρια που προέρχονται από σπόρους είναι πιο εύρωστα και στις δύο ποικιλίες. Από τα παραπάνω πειράματα, προέκυψε ότι η ποικιλία της Νότιας Βουλγαρίας είναι πιο ενδεδειγμένη από την ποικιλία Ολλανδίας/Βελγίου για την καλλιέργεια της αρώνιας στην Ελλάδα, διότι προσαρμόζεται ευκολότερα στις ελληνικές συνθήκες και αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες (<42ο C).
Η πρώτη καλλιέργεια της αρώνιας στην Ελλάδα
Η πρώτη καλλιέργεια αρώνιας στην Ελλάδα, έγινε πριν από τρία έτη (με φυτάρια ποικιλίας Νότιας Βουλγαρίας, ηλικίας τριών ετών) στην περιοχή των Σερρών (Παραπόταμος, ΒΔ της λίμνης Κερκίνης), με ιδιοκτήτη τον κ. Κωνσταντίνο Φοκμενίδη. Η καλλιεργούμενη έκταση είναι 4 στρέμματα (φυτευτικός σύνδεσμος 2 x 3μ.), 160 φυτά/στρέμμα, συνολικά 160 x 4=600φυτά. Η καλλιέργεια είναι βιολογική, διότι δεν χρησιμοποιήθηκαν φυτοφάρμακα, χημικά λιπάσματα και δεν υπήρξαν ασθένειες. Στο αγρόκτημα έγινε εμπλουτισμός μόνο με φυσικό λίπασμα (κοπριά) και τα φυτάρια αρδεύονται (με σύστημα στάγδην). Η παραγωγή σε καρπούς σήμερα (2011), μετά από τρία έτη, κυμαίνεται από 8-13 κιλά ανά φυτάριο (μέσοςόρος 10 κιλά/φυτό, ή 10 x 160=1.600κιλά/στρέμμα). Οι καρποί από τον παραγωγό πωλούνται νωποί, καταψυγμένοι ή αποξηραμένοι (σε μορφή σταφίδας).
Προοπτικές
Η καλλιέργεια της αρώνιας ενδείκνυται για την χώρα μας, διότι οι κλιματικές και εδαφικές συνθήκες είναι ευνοϊκές και το κόστος της φυτείας και καλλιέργειας είναι χαμηλό. Επίσης, θα αποτελέσει μία νέα εναλλακτική καλλιέργεια για τους αγρότες και θα αυξήσει το εισόδημα, ιδιαίτερα σήμερα που η Ελλάδα μαστίζεται από την Διεθνή και Ευρωπαϊκή κρίση, και οι επιδοτήσεις των αγροτικών προϊόντων σταδιακά ελαττώνονται.

Πηγή minagric.gr

Αγριαγκινάρα.

Αγριαγκινάρα - Cynara cardunculus L.
Γενικά
Η αγριαγκινάρα είναι ένα C3 πολυετές φυτό που ανήκει στην οικογένεια Compositae. Είναι φυτό ιθαγενές της Μεσογειακής ζώνης αλλά βρίσκεται αυτοφυόμενο επίσης σε πολλές χώρες όπως πχ. στη Βόρεια και Νότια Αμερική, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Στη χώρα μας είναι ευρύτατα διαδεδομένο ως πολυετές ζιζάνιο με διάρκεια ζωής από 8 έως 12 χρόνια.
Η αγριαγκινάρα είναι κατάλληλη για χρήση ως λαχανικό (άνθος, φύλλα), ως ζωοτροφή (φύλλα) λόγω του υψηλού συντελεστή πεπτικότητας και της υψηλής θερμιδικής της αξίας, καθώς και ως θεραπευτικό φυτό λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε κυναρίνη, η οποία επιδρά θετικά στην λειτουργία της χολής και του ήπατος. Επίσης, το φυτό χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό, καθώς και για την παραγωγή χαρτοπολτού και φωτοδραστικών ουσιών με μυκητοκτόνες ιδιότητες (στέλεχος), την παρασκευή υλών βαφής και την εξαγωγή ελαίου (σπόροι). Εξαιτίας της υψηλής παραγωγής της σε βιομάζα, η αγριαγκινάρα είναι ένα υποσχόμενο ενεργειακό φυτό για παραγωγή στερεών κυρίως βιοκαυσίμων για ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα. Η καλλιέργειά της μπορεί να αξιοποιήσει φτωχά και ξηρά εδάφη και να προστατεύσει από τη διάβρωση και τη νιτρορύπανση.
Προσαρμοστικότητα
Η αγριαγκινάρα είναι φυτό προσαρμοσμένο στις κλιματικές συνθήκες της Μεσογείου και εκμεταλλεύεται τις συνήθεις βροχοπτώσεις από το φθινόπωρο έως και την άνοιξη. Οι χειμωνιάτικοι παγετοί μπορούν να καταστρέψουν τα φύλλα και τη ροζέτα αλλά ακολουθεί αναβλάστηση με την άνοδο των θερμοκρασιών. Επίσης κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, όταν επικρατεί παρατεταμένη ξηρασία, το φυτό επιβιώνει αποξηραίνοντας το υπέργειο μέρος του. Η καλλιέργεια της αγριαγκινάρας μπορεί να αναπτυχθεί και σε ανεμόπληκτες περιοχές.
Η αγριαγκινάρα παρουσιάζει ευρεία προσαρμοστικότητα σε πληθώρα εδαφικών τύπων, που περιλαμβάνει αμμώδη, αμμοπηλώδη, πετρώδη και αργιλώδη εδάφη. Παρότι αναπτύσσεται σε φτωχά και άγονα εδάφη, τόσο όξινης όσο και αλκαλικής αντίδρασης, αποδίδει καλύτερα σε βαθιά αργιλώδη εδάφη.
Περιγραφή του φυτού – Βιολογικός κύκλος
Το ριζικό σύστημα της αγριαγκινάρας είναι πασσαλώδες και σε πλήρη ανάπτυξη φθάνει έως και τα 2 μ. Το στέλεχος του ώριμου φυτού είναι ευθυτενές, με ύψος μου φθάνει έως και τα 2-2.5 μ, με έμμισχα εναλλασσόμενα φύλλα μήκους έως 75 και πλάτους έως 30 εκατ. Η ταξιανθία του φυτού είναι επάκρια κεφαλή με χαρακτηριστικό κυανέρυθρο-πράσινο χρωματισμό και αποτελείται από μεγάλο αριθμό μπλε ανθέων. Ο καρπός είναι αχαίνιο κωνικού σχήματος.
Νεαρό σπορόφυτο, στάδιο ροζέτας, άνθιση, στάδιο πλήρους ωρίμανσης.
Η βλάστηση κάθε χρόνο ξεκινά, με τις πρώτες φθινοπωρινές βροχές, από υπόγειους οφθαλμούς των ριζών και στη συνέχεια παράγεται η χαρακτηριστική ροζέτα με την οποία και το φυτό διαχειμάζει. Την άνοιξη, το στέλεχος αναπτύσσεται και στην αρχή του καλοκαιριού, εμφανίζεται η ταξιανθία. Κατά την διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου το στέλεχος ξηραίνεται και συγκομίζεται. Εάν δεν συγκομισθεί, οι σπόροι διασπείρονται με φυσικό τρόπο τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο. Ο καλλιεργητικός κύκλος της αγριαγκινάρας συνεπώς διαρκεί από τον Οκτώβριο έως τον Ιούνιο- Ιούλιο.



Καλλιεργητική τεχνική
Ποικιλίες
Ο περισσότερο διαδεδομένες ποικιλίες-πληθυσμοί της αγριαγκινάρας είναι η Plein Blanc Inerme και η Large Smooth, με στελέχη ύψους 1.2 και 1.8 μ, αντίστοιχα. Επίσης, αρκετά διαδεδομένη είναι η ποικιλία Gigante d'Ingegnoli που χαρακτηρίζεται από λεπτά και χωρίς αγκάθια στελέχη, καθώς και ανθεκτικότητα στην ξηρασία.
Προετοιμασία αγρού Ακολουθούνται οι ίδιες διαδικασίες με εκείνες των σιτηρών.
Σπορά
Η σπορά της αγριαγκινάρας πραγματοποιείται με πνευματική μηχανή ακριβείας το φθινόπωρο ή την άνοιξη ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Η φθινοπωρινή σπορά γίνεται αμέσως μετά τις βροχοπτώσεις, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή των νεαρών φυτών από τους πρώτους παγετούς, ενώ η ανοιξιάτικη σπορά συνιστάται σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από φθινοπωρινούς παγετούς. Η πυκνότητα σποράς εξαρτάται από τη γονιμότητα του εδάφους και το ύψος των βροχοπτώσεων. Σε υποβαθμισμένα εδάφη με μειωμένη βροχόπτωση, οι συνήθεις αποστάσεις σποράς είναι 0.75-1 και 0,35-0,50 μ μεταξύ και επί της γραμμής αντίστοιχα, οπότε εξασφαλίζεται πυκνότητα της τάξης των 1.000-2000 φυτών/στρ. Η απαιτούμενη ποσότητα σπόρου υπολογίζεται σε 0.2 χλγ/στρ. Σε γόνιμα και με επαρκείς βροχοπτώσεις εδάφη, οι αποδόσεις της βιομάζας μεγιστοποιούνται με διπλάσια πυκνότητα σποράς.
Ζιζανιοκτονία
Η καταπολέμηση των ζιζανίων καθίσταται απαραίτητη μόνο κατά το πρώτο έτος εγκατάστασης της καλλιέργειας και πραγματοποιείται με ένα ή δύο σκαλίσματα. Δεδομένης της φύσης της αγριαγκινάρας που καθιστά την ίδια ισχυρό ζιζάνιο- εισβολέα, η εφαρμογή ζιζανιοκτονίας δεν αποτελεί απαραίτητη πρακτική κατά τα επόμενα χρόνια.
Λίπανση - Άρδευση
Από δεδομένα στην Ισπανία, σε φτωχά εδάφη απαιτείται ως βασική λίπανση 10, 18 και 25 μονάδες αζώτου, φωσφόρου και καλίου αντίστοιχα. Τα επόμενα χρόνια συνιστάται λίπανση για αναπλήρωση των απορροφώμενων από το έδαφος θρεπτικών στοιχείων (τουλάχιστον 10, 2 και 12 χλγ/στρ αζώτου, φωσφόρου και καλίου, αντίστοιχα). Άρδευση απαιτείται κατά τον πρώτο χρόνο εγκατάστασης της καλλιέργειας, και ιδιαίτερα εάν η σπορά γίνεται την άνοιξη, ενώ τα επόμενα χρόνια η καλλιέργεια μπορεί να συνεχίσει ως ξηρική εάν οι βροχοπτώσεις φθάνουν τα 400 χιλ. Παρότι οι απαιτήσεις της καλλιέργειας αγριαγκινάρας για μια σχετικά ικανοποιητική απόδοση είναι μικρές, η εφαρμογή άρδευσης και λίπανσης κατά την διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου ευνοούν τις υψηλές αποδόσεις.
Φυτοπροστασία
Από την μέχρι τώρα πειραματική αλλά και εμπορική καλλιέργεια της αγριαγκινάρας, δεν έχουν προκύψει ενδείξεις σημαντικών προσβολών από παθογόνα που θα απαιτούσαν δράσεις φυτοπροστασίας. Όμως στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρονται αρκετές εντομολογικές προσβολές.
Συγκομιδή - αποθήκευση
Η συγκομιδή της αγριαγκινάρας, όταν αυτή προορίζεται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, γίνεται από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο, όταν το φυτό έχει ήδη ξηραθεί (περιεκτικότητα υγρασίας περί το 15%) αλλά οι σπόροι δεν έχουν "τινάξει". Για τον τρόπο συγκομιδής και αποθήκευσης ισχύουν όσα έχουν αναφερθεί για τον μίσχανθο.
Συγκομιδή αγριαγκινάρας, μπάλα και συσσωματώματα βιομάζας.
Απoδόσεις – Ενεργειακές δυνατότητες
Με βάση μακροχρόνιο πειραματισμό στη χώρα μας, η παραγόμενη ξηρή βιομάζα μπορεί να φθάσει τους 1.3-1.6 τον/στρ σε ξηρικές συνθήκες και τους 2.6 τον/στρ με δύο έως τρεις αρδεύσεις τον Απρίλιο-Μάιο. Η βιομάζα αυτή αξιοποιείται για ενεργειακούς σκοπούς με την παραγωγή στερεών βιοκαυσίμων υπό τη μορφή συμπυκνωμάτων. Αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθούν σε βιομηχανικό ή οικιακό επίπεδο για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας.
Παράλληλα με τη βιομάζα, παράγεται ποσότητα σπόρου περί τα 150-300 χλγ/στρ από όπου εξάγονται με πίεση 35-75 χλγ λαδιού που περιέχει κυρίως λινολενικό (60%), ελαϊκό (26%) και παλμιτικό (12%) οξύ. Το λάδι αυτό έχει το κατάλληλο ποιοτικό προφίλ ώστε να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή βιοντίζελ.
Η θερμιδική αξία της βιομάζας της αγριαγκινάρας, συμπεριλαμβανομένου του σπόρου, είναι υψηλή (19-20 MJ/χλγ). Ως στερεό καύσιμο, το ενεργειακό της ισοζύγιο είναι μεγάλο (7-30) σε σχέση με άλλα φυτά βιομάζας και η μείωση των ΑΕΘ μεγαλύτερη από 80 %.

Ενεργειακές Καλλιέργειες - Ηλίανθος.

Ενεργειακές Καλλιέργειες - Βιοκαύσιμα. Ηλίανθος - Helianthus annus


Γενικά

Ο ηλίανθος είναι ένα ετήσιο, C3 φυτό που ανήκει στην οικογένεια Compositae και κατάγεται από τη Βόρεια Αμερική. Το καλλιεργούμενο είδος του ηλίανθου είναι ένα από τα 67 είδη του γένους Helianthus. Το είδος Helianthus annus υποδιαιρείται σε τρία υποείδη, Helianthus annus ssp. lenticularis (άγριο είδος), H. annus ssp. annus (ζιζάνιο) και H. annus ssp. macrocarpus (καλλιεργούμενο). Κυριότερες χώρες παραγωγής ηλίανθου είναι η Αργεντινή, Ρουμανία, Ρωσία, Γαλλία, Ισπανία, Τουρκία, Κίνα και οι ΗΠΑ. Στη χώρα μας σήμερα ο ηλίανθος καλλιεργείται σε περιορισμένη έκταση (110.000 στρ, το 2007) που εντοπίζεται στη Θράκη.

Ο ηλίανθος καλλιεργείται κυρίως για την παραγωγή εδώδιμου λαδιού και σπόρων. Το λάδι του έχει μεγάλη ενεργειακή αξία και χρησιμοποιείται στη μαγειρική, στην παρασκευή μαργαρινών, στη σαπωνοποιεία, ως φωτιστικό αλλά και στην παραγωγή βαφών και βερνικιών. Τα στελέχη και η αποφλοιωμένη πίτα ηλίανθου, λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες (35%), χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή.
Οι σπόροι των κλασικών υβριδίων ηλίανθου περιέχουν έως και 45 % λάδι υψηλής περιεκτικότητας σε ακόρεστα λιπαρά οξέα (85-90 %), όπως το λινολεϊκό (65 %) και ελαϊκό (20-25 %) ενώ τα κορεσμένα οξέα (παλμιτικό και στεατικό) συνήθως δεν υπερβαίνουν το 10-15 %. Το ενδοσπέρμιο, που καταλαμβάνει το 70-75% του καρπού, αποτελείται από λιπίδια (45-65%), πρωτεΐνες (20-30%), υδατάνθρακες (10-25%) και μεταλλικά στοιχεία (3-5%). Ο φλοιός ή περικάρπιο, που συνιστά το 25-30% του καρπού, αποτελείται από υδατάνθρακες (85-96%), λιπίδια (1-5%), πρωτεΐνες (2-6%), και από μεταλλικά στοιχεία (2-4%).
Προσαρμοστικότητα

Ο ηλίανθος είναι φυτό που χαρακτηρίζεται από ευρεία προσαρμοστικότητα σε ποικίλες κλιματικές συνθήκες. Το νεαρό φυτό χαρακτηρίζεται από μεγάλη αντοχή στις χαμηλές θερμοκρασίες. Στο στάδιο των κοτυληδόνων και του πρώτου ζεύγους πραγματικών φύλλων το φυτό αντέχει έως τους -2 0C και -8 0C, αντίστοιχα. Κατά τα επόμενα στάδια ανάπτυξής του, το φυτό γίνεται περισσότερο ευάλωτο στις χαμηλές θερμοκρασίες και μπορεί να καταστραφεί ολοκληρωτικά στους 00C κατά το στάδιο των 8-10 φύλλων. Ο ρυθμός φωτοσύνθεσης μεγιστοποιείται γύρω στους 30 0C και οι μεγαλύτερες αποδόσεις επιτυγχάνονται σε θερμοκρασία 24-26 0C.
Ο ηλίανθος θεωρείται φυτό ανθεκτικό στην ξηρασία εξαιτίας του πλούσιου ριζικού του συστήματος που φθάνει σε μεγάλο βάθος και αξιοποιεί ικανοποιητικά τη διαθέσιμη εδαφική υγρασία. Σε σύγκριση με το καλαμπόκι και τα τεύτλα, ο ηλίανθος καταναλώνει περισσότερο νερό για την παραγωγή ενός γραμμαρίου ξηράς ουσίας. Λόγω του μεγάλου αριθμού στοματίων, ο ηλίανθος χαρακτηρίζεται από διπλάσιο επίπεδο διαπνοής συγκριτικά με άλλες ανοιξιάτικες καλλιέργειες. Παρ' όλα αυτά, οι φυσιολογικές λειτουργίες του φυτού προσαρμόζονται εύκολα στις διακυμάνσεις εδαφικής υγρασίας.
Προσαρμόζεται εξίσου καλά σε αμμώδη, αργιλώδη και άγονα υποβαθμισμένα εδάφη, με την προϋπόθεση να είναι βαθιά και με ικανοποιητική στράγγιση. Ο ηλίανθος αναπτύσσεται φυσιολογικά σε εδάφη με μικρή αλατότητα ενώ σε μεγαλύτερα επίπεδα μειώνεται τόσο η απόδοση σε σπόρο όσο και η περιεκτικότητα σε λάδι. Παρουσιάζει επίσης καλή προσαρμοστικότητα σε ευρύ φάσμα εδαφικών τιμών pH.
Περιγραφή – Βιολογικός κύκλος

Το ριζικό σύστημα του ηλίανθου είναι πασσαλώδες, βαθύ με δευτερεύουσες ρίζες που αρχικά παρουσιάζουν οριζόντια και στη συνέχεια κατακόρυφη ανάπτυξη. Το βάθος του συνήθως φθάνει έως και 3 μ και σε μερικές περιπτώσεις ξεπερνά το μήκος του υπέργειου τμήματος. Ο βλαστός είναι ευθυτενής, δασύτριχος με ύψος που κυμαίνεται από 0.5 έως 3.5 μ. Οι καλλιεργούμενες ποικιλίες έχουν στέλεχος ύψους 1.6-1.8 μ και διαμέτρου 2.5-3 εκατ. Τα φύλλα είναι έμμισχα, εκφύονται αντικριστά και το μέγεθός τους εξαρτάται από το ύψος έκπτυξης. Τα φύλλα που βρίσκονται μεταξύ του 8ου και 20ου κόμβου αντιπροσωπεύουν το 60-70% της συνολικής φυλλικής επιφάνειας. Η ταξιανθία του ηλίανθου είναι κεφαλή διαμέτρου 10-75 εκατ και περιβάλλεται από βράκτια φύλλα και περιφερειακά άγονα άνθη με εκφυλισμένο στύλο και στίγμα. Στη συνέχεια ακολουθούν τα κανονικά, γόνιμα άνθη που είναι τοποθετημένα σε ομόκεντρα τόξα και αποτελούνται από την ωοθήκη, τον κάλυκα, τη στεφάνη και τους στήμονες. Ο καρπός είναι αχαίνιο. Το βάρος των 1000 κόκκων κυμαίνεται μεταξύ 40 και 100 γραμ.
Νεαρά φυτά, στάδια ανθοφορίας και ωρίμανσης.

Γενικά, ο ηλίανθος χαρακτηρίζεται από σχετικά μικρό βιολογικό κύκλο. Συνήθως απαιτούνται 100-150 ημέρες από την σπορά μέχρι την ωρίμανση, ανάλογα με το υβρίδιο, την περιοχή καλλιέργειας και τη χρήση του συγκομιζόμενου προϊόντος. Μετά το φύτρωμα ακολουθεί το βλαστικό στάδιο ανάπτυξης και η ανθική καταβολή εμφανίζεται πριν το φυτό αποκτήσει το τελικό του ύψος. Με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης της ταξιανθίας, εμφανίζονται αρχικά τα περιφερειακά άγονα άνθη και στη συνέχεια τα γόνιμα άνθη που σταδιακά ανοίγουν και γονιμοποιούνται. Η ολοκλήρωση της άνθισης χρονικά συμπίπτει με τη μάρανση των περιφερειακών ανθέων. Το φυτό μπαίνει στο στάδιο της ωρίμανσης όταν το πίσω μέρος της κεφαλής κιτρινίζει και το ποσοστό υγρασίας των σπόρων είναι περίπου 40% που, όταν και τα βράκτια φύλλα αποκτήσουν χρώμα καφέ, φθάνει το 30%.
Καλλιεργητική τεχνική
Ποικιλίες

Ο ηλίανθος είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό σταυρογονιμοποιούμενο και εντομόφιλο είδος. Σήμερα, το σύνολο της καλλιέργειας ηλίανθου καλύπτεται από ποικιλίες- υβρίδια. Οι εμπορικές ποικιλίες του ηλίανθου που διατίθενται από πολλές σχετικές εταιρίες, χαρακτηρίζονται από υψηλή προστιθέμενη αξία καθώς είναι ποικιλίες με υψηλή περιεκτικότητα σε λάδι και ανθεκτικότητα σε εχθρούς και ασθένειες.
Οι τύποι ηλιάνθου, ανάλογα με τη χρήση των σπόρων, διακρίνονται σε αυτούς που καλλιεργούνται για την παραγωγή εδώδιμου λαδιού και αυτούς που προορίζονται για την παραγωγή εδώδιμων σπόρων. Τα υβρίδια που καλλιεργούνται για την παραγωγή λαδιού και ενδιαφέρουν την παραγωγή βιοκαυσίμων χαρακτηρίζονται από σπόρους σκούρου έως μαύρου χρώματος, με λεπτό περικάρπιο και υψηλή περιεκτικότητα σε λάδι (έως 45 %) και πρωτεΐνη (περίπου 20 %). Έχουν δημιουργηθεί και διατίθενται στην αγορά επίσης, υβρίδια με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε ελαϊκό οξύ (έως 85 % του συνολικού λαδιού). Αντίθετα, οι ποικιλίες ηλίανθου που προορίζονται για την παραγωγή εδώδιμων σπόρων είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε λάδι και υψηλότερης σε πρωτεΐνες.
Τα βασικά κριτήρια επιλογής του κατάλληλου υβριδίου σχετίζονται με την απόδοση, ποιότητα, την αντοχή σε εχθρούς και ασθένειες και την ευκολία συγκομιδής. Γενικά, προτιμώνται οι ημινάνες ποικιλίες που χαρακτηρίζονται από μικρότερο κατά 25-35 % ύψος που αντέχουν στο πλάγιασμα, ιδιαίτερα επιθυμητή ιδιότητα σε αρδευόμενες καλλιέργειες. Σημαντικό γνώρισμα είναι επίσης η κλήση της κεφαλής για προστασία από τα πουλιά.

Αμειψισπορά 

Η εναλλαγή σιτηρών και ηλίανθου σε ξηρικές περιοχές είναι συμφέρουσα ως πρακτική αφού τα δύο είδη έχουν διαφορετικές απαιτήσεις σε θρεπτικά, το ριζικό τους σύστημα διαφέρει σημαντικά και προσβάλλονται από διαφορετικούς εχθρούς, ασθένειες και ζιζάνια. Σε αρδευόμενα εδάφη, τα συστήματα αμειψισποράς περιλαμβάνουν την εναλλαγή με όσπρια, λαχανικά, τεύτλα κλπ. Τέλος, ήδη δοκιμάζονται πρώιμα υβρίδια για επίσπορη καλλιέργεια μετά το σιτάρι.
Η επαναλαμβανόμενη καλλιέργεια ηλίανθου στην ίδια τοποθεσία έχει σαν συνέπεια την αυξημένη πιθανότητα προσβολής από εχθρούς και ασθένειες, την αύξηση του πληθυσμού ορισμένων ζιζανίων και κυρίως της οροβάγχης, καθώς και την αύξηση του πληθυσμού του ηλίανθου ως ζιζανίου-εθελοντή, με αποτέλεσμα τη μείωση της απόδοσης της επόμενης καλλιέργειας εξαιτίας της φυτοτοξικότητας (αλληλοπάθεια) από τα υπολείμματα ηλίανθου και τη μείωση της εδαφικής υγρασίας. Κατά την επιλογή του συστήματος αμειψισποράς θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τυχόν προηγούμενες προσβολές από παθογόνα που προσβάλλουν και τον ηλίανθο (κυρίως Sclerotinia sclerotiorum, Verticillium spp., Rhizopus spp., Phoma macdonaldii), καθώς και η υπολειμματική δράση φαρμάκων.
Προετοιμασία εδάφους

Λόγω του βαθέος ριζικού συστήματος, ενδεχόμενη ύπαρξη αδιαπέρατου υπεδάφιου στρώματος πρέπει να αντιμετωπίζεται με υπεδαφοκαλλιεργητή το προηγούμενο καλοκαίρι, οπότε το έδαφος είναι ξηρό και θρυμματίζεται εύκολα. Κατά την φθινοπωρινή περίοδο, συστήνεται βαθύ όργωμα με αναστροφή, που εξυπηρετεί στην καταπολέμηση των χειμερινών ζιζανίων και στην ανακατανομή του φωσφόρου που, λόγω της δέσμευσής του στα ανώτερα εδαφικά στρώματα, δεν είναι διαθέσιμος στο βάθος όπου απαντάται το μεγαλύτερο μέρος του ριζικού συστήματος. Οι ανοιξιάτικες επεμβάσεις που ακολουθούν αποσκοπούν στη δημιουργία κατάλληλης σποροκλίνης για την εξασφάλιση γρήγορου και ομοιόμορφου φυτρώματος, στη βελτίωση των φυσικών ιδιοτήτων του εδάφους και στην καταπολέμηση των ανοιξιάτικων ζιζανίων.
Σπορά

Οι σημαντικότεροι παράγοντες για την επιλογή της κατάλληλης εποχής σποράς είναι η θερμοκρασία εδάφους που θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη των 8 0C και η εδαφική υγρασία. Συνήθης εποχή σποράς είναι η περίοδος από μέσα έως τέλη Μαρτίου, οπότε ικανοποιούνται οι απαιτήσεις φυτρώματος σε θερμοκρασία και ταυτόχρονα αποφεύγεται η καταστροφή των σπορόφυτων από τις ξηροθερμικές συνθήκες του καλοκαιριού.
Η σπορά γίνεται γραμμικά με κοινές πνευματικές μηχανές σε αποστάσεις 75 και 10 εκατ μεταξύ και επί της γραμμής σποράς, αντίστοιχα. Ο συνήθης αριθμός φυτών ανά στρέμμα είναι 6.500-7.000 για αρδευόμενες καλλιέργειες ενώ για τις ξηρικές συνιστάται μειωμένη πυκνότητα της τάξης των 5000-5.500 φυτών/στρ. Το βάθος σποράς κυμαίνεται μεταξύ 3 και 5 εκατ, ανάλογα με το μέγεθος του σπόρου, την εδαφική υγρασία και τη θερμοκρασία. Η ποσότητα του σπόρου είναι συνήθως 350- 500 γραμ/στρ.
Ζιζανιοκτονία

Τα κυριότερα ζιζάνια που παρατηρούνται στην καλλιέργεια του ηλίανθου είναι το κοκκινόριζο χηνοπόδιο (Amaranthus retroflexus), η αμβροσία (Ambrosia artemisifolia), το χηνοπόδιο (Chenopodium album), το γαϊδουράγκαθο (Cirsium arvense), η μουχρίτσα (Echinochloa crus galli), ο αγρόπυρος (Elytrigia repens), το ξάνθιο (Iva xanthiifolia), το άγριο σινάπι (Sinapis arvensis), η αγριομελιτζάνα (Xanthium strumarium), η σετάρια (Setaria glauca) και η αλεπονουρά (Alopecurus myosuroides). Σημαντική απειλή για την καλλιέργεια αποτελεί επίσης το παράσιτο της οροβάγχης (Orobanche cumana, Orobanche ramosa), το οποίο αντιμετωπίζεται με τη χρήση ανθεκτικών στην οροβάγχη ποικιλιών καθώς και με ποικιλίες ανθεκτικές στις δραστικές ουσίες ιμιδαζολινόνες ή σουλφονιλουρίες που εφαρμόζονται με ψεκασμό. Οι ποικιλίες αυτές έχουν δημιουργηθεί σε συμβατικά βελτιωτικά προγράμματα.
Δεδομένης της ευαισθησίας του ηλίανθου στα ορμονικά ζιζανιοκτόνα, η χημική καταπολέμηση των αγρωστωδών και αρκετών πλατύφυλλων ζιζανίων πραγματοποιείται συνήθως με την εφαρμογή προσπαρτικών (με ενσωμάτωση) ή μεταφυτρωτικών ζιζανιοκτόνων όπως π.χ. αυτά της οικογένειας των δινιτροανιλινών και τριαζινών. Παράλληλα, προληπτικές μέθοδοι αφορούν στην εφαρμογή κατάλληλων συστημάτων αμειψισποράς και στην καταστροφή υπολειμμάτων της καλλιέργειας.
Λίπανση

Ο ηλίανθος ανήκει στα φυτά που είναι απαιτητικά σε θρεπτικά στοιχεία. Η συνιστώμενη λίπανση εξαρτάται από τη γονιμότητα του εδάφους και τη διαθεσιμότητα των θρεπτικών στοιχείων που είναι απαραίτητα για την καλλιέργεια. Το άζωτο αποτελεί το κυριότερο θρεπτικό στοιχείο καθώς συμβάλλει στην καλή ανάπτυξη του φυτού, στην επίτευξη ικανοποιητικών αποδόσεων και στην αύξηση της περιεκτικότητας σε λάδι και πρωτεΐνη. Η εφαρμογή υπερβολικής δόσης αζώτου υποβαθμίζει την ποιότητα πρωτεΐνης. Ο φώσφορος επηρεάζει την απόδοση και την περιεκτικότητα του σπόρου σε λάδι. Το κάλιο συμβάλλει στην αύξηση της ελαιοπεριεκτικότητας, ενώ η έλλειψή του προκαλεί αύξηση του ποσοστού ακόρεστων οξέων. Μια μέση παραγωγή 250 χλγ/στρ απορροφά από το έδαφος 9 μονάδες αζώτου, 5 μονάδες φωσφόρου, 20 μονάδες καλίου, 4 μονάδες μαγνησίου και 12 μονάδες ασβεστίου. Σε αμμώδη εδάφη συνιστάται η αποφυγή εφαρμογής αζωτούχου λίπανσης κατά τα αρχικά στάδια της καλλιέργειας.
Άρδευση

Αν και η επίτευξη υψηλών αποδόσεων απαιτεί επαρκή άρδευση, η καλλιέργεια στη χώρα μας εγκαθίσταται συνήθως σε ξηρικούς αγρούς. Λόγω της έλλειψης άρδευσης συστήνεται η σωστή διαχείριση των καλλιεργητικών πρακτικών που επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα εδαφικής υγρασίας όπως π.χ. ελάχιστη κατεργασία ή επικάλυψη του εδάφους με τα υπολείμματα της προηγούμενης καλλιέργειας την χειμερινή περίοδο.
Η καλλιέργεια των σύγχρονων υβριδίων ηλίανθου χαρακτηρίζεται από υψηλές απαιτήσεις σε νερό που φθάνουν τα 500 -600 κ.μ./στρ. Η ανεπάρκεια εδαφικής υγρασίας κατά την περίοδο της ανθοφορίας έχει μεγαλύτερη αρνητική επίδραση απ' ότι κατά τη βλαστική περίοδο. Η διαθεσιμότητά της κατά την περίοδο της άνθισης έως και την έναρξη της φυσιολογικής ωρίμανσης είναι καθοριστικής σημασίας για το σχηματισμό και το γέμισμα των σπόρων. Η άρδευση σε αγρούς με σχετικά μικρή υδατοϊκανότητα και χονδρόκοκκη κοκκομετρική σύσταση μπορεί να επιφέρει αυξήσεις στην παραγωγή της τάξης του 50%.
Φυτοπροστασία

Οι κυριότερες μυκητολογικές ασθένειες του ηλίανθου είναι η σκληρωτίνια (Sclerotinia sclerotiorum), η φόμοψη (Diaporthe helianthi, Phomopsis helianthi), η σκωρίαση (Puccinia helianthi), ο περονόσπορος (Plasmopara halstedii), η σήψη της κεφαλής (Rhizopus spp.), η αλτερνάρια (Alternaria spp.), ο βοτρύτης (Botryotinia fuckeliana, Botrytis cinerea), το βερτισίλλιο (Verticillium dahliae) και η φόμα (Phoma spp.). Η καταπολέμηση τους πραγματοποιείται είτε χημικά, με μυκητοκτόνα της οικογένειας των καρβαμιδικών, διθιοκαρβαμιδικών, φθαλιμιδικών, είτε με προληπτικά μέσα που περιλαμβάνουν τη χρήση ανθεκτικών υβριδίων, τη σπορά σε απαλλαγμένο από μύκητες έδαφος ή/και καταστροφή μολυσμένων φυτών, την εφαρμογή συστημάτων αμειψισποράς και την καταπολέμηση φυτών ξενιστών.
Τα έντομα που προκαλούν σοβαρές απώλειες στην καλλιέργεια είναι ο σκόρος του ηλίανθου (Homoeosoma electellum, Homeosoma nebulellum), η τιπούλη (Tipula paludosa), η μελίγκρα (Brachycaudus helichrysi, Aphis fabae) και η αγρότιδα (Agriotes spp.). Η καταπολέμηση τους γίνεται με εντομοκτόνα της οικογένειας των οργανοφωσφορικών, καρβαμιδικών, πυριμιδινών κλπ. Προληπτικά μέτρα αφορούν στη χρήση ανθεκτικών υβριδίων, στην έγκαιρη σπορά και στην εφαρμογή κατάλληλων συστημάτων αμειψισποράς.
Σε περιοχές όπου οι απώλειες από πτηνά είναι μεγάλες συστήνεται πρόωρη συγκομιδή, ή/και χρήση υβριδίων με μεγάλη κλίση κεφαλής. Τελευταία χρησιμοποιούνται ειδικές ηχητικές συσκευές που απωθούν τα πουλιά.
Συγκομιδή

Η ωρίμανση του σπόρου διαρκεί μερικές εβδομάδες και κατά την περίοδο αυτή η περιεκτικότητα σε λάδι μεγιστοποιείται. Η συγκομιδή πρέπει να γίνεται όταν το ποσοστό υγρασίας του σπόρου κυμαίνεται μεταξύ 10 και 15%, οπότε ο αλωνισμός πραγματοποιείται με μικρές ή καθόλου απώλειες. Στη χώρα μας, η συγκομιδή γίνεται κατά την περίοδο από τέλη Αυγούστου μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου, αλλά ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες μπορεί να παραταθεί έως και τον Οκτώβριο. Σε επίσπορη καλλιέργεια η συγκομιδή μπορεί να γίνει και το Νοέμβριο.
Η συγκομιδή πραγματοποιείται με συμβατικές αλωνιστικές μηχανές σιτηρών αφού προηγηθούν οι κατάλληλες προσαρμογές, που κυρίως περιλαμβάνουν την προσθήκη μαχαιριού κατάλληλου για τον αλωνισμό του ηλιάνθου και ανέμης η οποία ωθεί τα φυτά στη μηχανή για την ελαχιστοποίηση των απωλειών που, εάν δεν ληφθούν τα παραπάνω μέτρα, μπορεί να φθάσουν έως και 50%.
Αποθήκευση

Η ξήρανση του προϊόντος είναι αναγκαία σε περιοχές με υγρό φθινόπωρο, σε μεγάλες περιόδους αποθήκευσης και στην περίπτωση πρώιμης συγκομιδής που κρίνεται για μείωση των απωλειών από το τίναγμα του σπόρου και τις καταστροφές από πτηνά. Το συγκομιζόμενο προϊόν αποθηκεύεται σε εγκαταστάσεις ανάλογες με αυτές που χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση σιτηρών ή καλαμποκιού. Η καλή διατήρηση του προϊόντος καθορίζεται κυρίως από την υγρασία και θερμοκρασία που επιδιώκεται να είναι σε επίπεδα που δεν ευνοούν την ανάπτυξη μικροοργανισμών. Γενικά, συστήνεται άμεση ξήρανση μετά τη συγκομιδή και διατήρηση σε αποθηκευτικούς χώρους με θερμοκρασία μικρότερη του 20 %.
Αποδόσεις – Ενεργειακές δυνατότητες

Οι τυπικές αποδόσεις σπόρου ξηρικής καλλιέργειας ηλίανθου στην περιοχή του Έβρου κυμαίνονται από 150 έως 200 χλγ/στρ. Υπό αρδευόμενες συνθήκες οι αποδόσεις μπορεί να φθάσουν και τα 300-400 χλγ/στρ. Με ελαιοπεριεκτικότητα 40%, οι μέσες αντίστοιχες αποδόσεις σε βιοντίζελ ανέρχονται σε 70 και 140 χλγ/στρ. Από την επεξεργασία ενός τόνου σπόρων ηλίανθου παράγονται 0.4 τόνοι λαδιού και 0.55 τόνοι πίτας. Το ενεργειακό ισοζύγιο μιας καλλιέργειας (ο λόγος εκροών προς εισροές) είναι ο βασικότερος παράγοντας αξιολόγησής της. Για τον ηλίανθο η συνολική ενέργεια εισροών έχει υπολογιστεί, με βάση την ενέργεια που απαιτείται για την παραγωγή περίπου 180 χλγ σπόρου/στρ, σε 1.049 GJ/στρ με την λίπανση να αποτελεί την κύρια πηγή εισροών. Οι ενεργειακές εκροές της καλλιέργειας υπολογίστηκαν από την μετατροπή της τελικής παραγωγής σπόρου και ξηράς ουσίας που προέρχεται από τα στελέχη. Η καθαρή ενεργειακή αξία της καλλιέργειας, λαμβάνοντας υπόψη και τις εκροές από την εκτός του σπόρου βιομάζα, υπολογίζεται σε 3.687 GJ /στρ και άρα το ενεργειακό ισοδύναμο είναι περίπου 4.5. Το ενεργειακό ισοζύγιο, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η παραγόμενη βιομάζα, έχει υπολογισθεί σε 3.3. Η μείωση των ΑΕΘ από την καύση του βιοντίζελ ηλίανθου κυμαίνεται από 35 έως 40 %.

Πηγή minagric.gr

Ελαιοκράμβη. Ενεργειακή καλλιέργεια.

Ελαιοκράμβη - Brassica napus

Γενικά

Η ελαιοκράμβη είναι ένα ετήσιο, C3 φυτό που ανήκει στην οικογένεια Cruciferae και πιθανότατα κατάγεται από την περιοχή της Μεσογείου. Το γένος Brassica περιλαμβάνει την ελαιοκράμβη (B. napus) και τα είδη B. rapa, B. carinata, B. nigra και B. oleracea. Το περισσότερο διαδεδομένο είδος είναι το B. rapa που παρουσιάζει εξάπλωση από τη Βόρεια Ευρώπη έως την Κίνα και την Κορέα. Η καλλιέργεια της ελαιοκράμβης σήμερα παρουσιάζει παγκόσμια εξάπλωση με κυριότερες χώρες παραγωγής την Ινδία, την Κίνα, τον Καναδά, τις ΗΠΑ, το Πακιστάν, την Πολωνία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία και την Αγγλία. Στην Ευρώπη, η καλλιέργεια της ελαιοκράμβης ξεκίνησε στα μέσα του 15ου αιώνα και σήμερα καταλαμβάνει έκταση περίπου 50 εκατ στρ με τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Αγγλία να καλύπτουν το 85% της συνολικής έκτασης. Στην Ελλάδα, η ελαιοκράμβη καλλιεργείται σε μικρές πειραματικές εκτάσεις για την αξιολόγηση της ως ενεργειακό φυτό.
Η ελαιοκράμβη, λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε λάδι εξαιρετικής ποιότητας, αποτελεί σήμερα την πιο σημαντική πηγή εδώδιμου λαδιού για τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Το λάδι που εξάγεται από την ελαιοκράμβη χρησιμοποιείται επίσης για την παρασκευή μαργαρίνης, σαπουνιών, χρωμάτων, φαρμάκων, πλαστικών, λιπαντικών ή ως συστατικό μείγματος σε ορυκτά λάδια. Μετά την εξαγωγή του λαδιού τα υπολείμματα της καλλιέργειας (πίτα), λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε πρωτεΐνες (10-45%, χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή. Δεδομένης της υψηλής περιεκτικότητάς της σε έλαια και της διαθεσιμότητας της απαραίτητης τεχνογνωσίας, η ελαιοκράμβη αποτελεί την κύρια πηγή παραγωγής βιοντίζελ στην ΕΕ.
Η περιεκτικότητα της ελαιοκράμβης σε λάδι κυμαίνεται μεταξύ 40 και 45%. Τα κύρια συστατικά του λαδιού είναι το ελαϊκό (60%), λινολεϊκό (10%) και λινολενικό (20%), ενώ η συνολική περιεκτικότητα σε κορεσμένα οξέα δεν υπερβαίνει το 6%.

Προσαρμοστικότητα

Η ελαιοκράμβη προσαρμόζεται σε ευρύ φάσμα κλιματολογικών συνθηκών. Γενικά, ως φυτό του βόρειου τμήματος της εύκρατης ζώνης ευδοκιμεί σε περιοχές με ήπιο χειμώνα και δροσερό καλοκαίρι. Η βέλτιστη θερμοκρασία βλάστησης και ανάπτυξης είναι περί τους 10 και 20 0C, αντίστοιχα. Η ελάχιστη θερμοκρασία ανάπτυξης είναι 0 0C, ενώ σε χαμηλότερες θερμοκρασίες το φυτό διακόπτει την ανάπτυξή του και επιβιώνει μέχρι και στους -15 0C. Οι χειμερινές ποικιλίες χρειάζονται την επίδραση χαμηλών θερμοκρασιών (εαρινοποίηση) για να εισέλθουν στο στάδιο της ανθοφορίας.
Η καλλιέργεια της ελαιοκράμβης απαιτεί περίπου 400-450 χιλ νερού κατά την διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, με την μισή ποσότητα να απαιτείται κατά το στάδιο της ανθοφορίας και το γέμισμα των λοβών.
Αν και καλλιεργείται σε πληθώρα εδαφικών τύπων, η ελαιοκράμβη προτιμά γόνιμα εδάφη με μέση κοκκομετρική σύσταση και καλή στράγγιση. Η καλλιέργεια αναπτύσσεται καλύτερα σε εδάφη με pH 6-7.5 αλλά μπορεί να αναπτυχθεί και σε πιο αλκαλικά εδάφη με υψηλή αλατότητα.

Περιγραφή – Βιολογικός κύκλος

Το φυτό διαθέτει πασσαλώδες ριζικό σύστημα, μεγάλου μήκους και ατρακτοειδούς σχήματος. Το στέλεχος είναι ευθυτενές, διακλαδιζόμενο με ύψος που φθάνει έως 1.5 μ. Τα φύλλα είναι έμμισχα, λογχοειδούς σχήματος και φέρουν λοβούς που συχνά έχουν επιφανειακά τριχίδια. Η ταξιανθία είναι βότρυς και φέρει άνθη κίτρινου χρωματισμού.

Άνθη, λοβοί, σπόροι.
Ο βιολογικός κύκλος της ελαιοκράμβης διαρκεί 200-240 ημέρες. Το πρώτο στάδιο του, περιλαμβάνει τη βλάστηση του σπόρου, το φύτρωμα και την εμφάνιση του σπορόφυτου που πραγματοποιείται 10-14 ημέρες μετά τη σπορά. Ακολουθεί το στάδιο ανάπτυξης του φυλλώματος που διαρκεί αρκετές εβδομάδες και στη συνέχεια το κεντρικό στέλεχος επιμηκύνεται και σχηματίζονται οι πλευρικές διακλαδώσεις. Η διαφοροποίηση των οφθαλμών ξεκινά με την αύξηση της διάρκειας ημέρας και ακολουθεί η ανθοφορία που διαρκεί 14 με 21 ημέρες και η εξέλιξη μέρους των ανθέων σε λοβούς. Τότε ξεκινά η ωρίμανση και το γέμισμα των λοβών ολοκληρώνεται 35-45 ημέρες από την έναρξη της ανθοφορίας. Στο στάδιο αυτό η υγρασία του σπόρου είναι περίπου 40%, ενώ η ωρίμανση ολοκληρώνεται όταν 30- 40% των σπόρων στους λοβούς του κύριου στελέχους αλλάξουν χρώμα. Ο βιολογικός κύκλος ολοκληρώνεται με τη ξήρανση των βλαστικών μερών και των λοβών.

Καλλιεργητική τεχνική
Ποικιλίες Στο εμπόριο διατίθεται μεγάλος αριθμός ποικιλιών και υβριδίων με χαρακτηριστικά που ενδείκνυνται για την παραγωγή βιοντίζελ. Γενικά, συστήνεται η χρήση ποικιλιών με υψηλή περιεκτικότητα σε ελαϊκό οξύ και χαμηλή σε θειογλυκοζίτες.
Αμειψισπορά Η εναλλαγή της καλλιέργειας της ελαιοκράμβης με σιτηρά, κυρίως για την αντιμετώπιση των ζιζανίων, αποτελεί συνήθη καλλιεργητική τεχνική σε χώρες όπου η ελαιοκράμβη καλλιεργείται σε μεγάλες εκτάσεις. Την ελαιοκράμβη μπορεί να ακολουθήσει το σιτάρι και το κριθάρι, ενώ αυτή μπορεί να ακολουθήσει ψυχανθή ή χορτοδοτικά φυτά. Πειραματικά συστήματα αμειψισποράς υποδεικνύουν αύξηση κατά 10-15% της απόδοσης του σιταριού που διαδέχεται την ελαιοκράμβη. Στη χώρα μας σε αρδευόμενες εκτάσεις την ελαιοκράμβη μπορεί να ακολουθήσει επίσπορο καλαμπόκι ή και σόργο εφόσον αντιμετωπίζεται η σεσάμια και η πυραλίδα.

Προετοιμασία αγρού
Οι πρακτικές που ακολουθούνται για την προετοιμασία της σποροκλίνης αφορούν στο ψιλοχωμάτισμα και ισοπέδωση του εδάφους καθώς και στην εξόντωση ζιζανίων. Η κατεργασία του εδάφους, λόγω του μικρού μεγέθους του σπόρου της ελαιοκράμβης, θεωρείται απαραίτητη για την επίτευξη ομοιόμορφου βάθους σποράς και φυτρώματος και πραγματοποιείται συνήθως με επιφανειακό εδαφοκαλλιεργητή σε βάθος 10-14 εκατ.

Σπορά
Η εποχή σποράς εξαρτάται από τις κλιματολογικές συνθήκες και την καλλιεργητική πρακτική που αφορά κυρίως στην εναλλαγή της με άλλες καλλιέργειες. Στις βόρειες χώρες της ΕΕ, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Αγγλία η ελαιοκράμβη σπέρνεται την περίοδο από τέλη Αύγουστου έως αρχές Σεπτεμβρίου, ενώ σε περιοχές με υγρό χειμώνα μπορεί να εγκατασταθεί ως ανοιξιάτικη καλλιέργεια οπότε η σπορά πραγματοποιείται από τέλη Φεβρουαρίου έως αρχές Μαρτίου. Η εποχή σποράς επηρεάζει την τελική απόδοση της καλλιέργειας αλλά δεν προκαλεί μεταβολή των ποιοτικών χαρακτηριστικών του λαδιού. Η ημερομηνία σποράς θα πρέπει να εξασφαλίζει την καλλιέργεια από τον κίνδυνο παγετών. Η ελαχιστοποίηση των απωλειών από το ψύχος πραγματοποιείται όταν τα φυτά εισέρχονται στη χειμερινή περίοδο κατά το στάδιο των 6-8 φύλλων με διάμετρο σταυρού 0.8-1 εκατ.
Στην Ελλάδα, η εποχή σποράς της ελαιοκράμβης κυμαίνεται από Σεπτέμβριο έως Οκτώβριο. Στα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα (Μακεδονία και Θράκη) συνιστάται πρώιμη σπορά στα μέσα με τέλη Σεπτεμβρίου, ενώ στις νοτιότερες περιοχές (Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα) η σπορά μπορεί να γίνει μέχρι και μέσα έως τέλη Οκτωβρίου.
Η σπορά πραγματοποιείται γραμμικά σε αποστάσεις 25-45 εκατ και 3.5-5.5 εκατ μεταξύ των γραμμών και επί της γραμμής, αντίστοιχα. Γενικά, μεγάλη πυκνότητα αποδίδει αυξημένη παραγωγή σπόρου αλλά μειωμένη περιεκτικότητα σε λάδι, ενώ το αντίθετο συμβαίνει σε καλλιέργειες μικρής πυκνότητας. Η χρησιμοποιούμενη ποσότητα σπόρου εξαρτάται από τη βλαστική ικανότητα του σπόρου, τον εδαφικό τύπο και τις καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια και μετά τη σπορά. Ο επιθυμητός αριθμός φυτών μετά το πέρας της χειμερινής περιόδου εκτιμάται σε 55-65 και 40-45 φυτά/τμ αριθμός που επιτυγχάνεται με 350-450 και 300-350 γραμ σπόρου/στρ για τις ποικιλίες και τα υβρίδια, αντίστοιχα. Η σπορά γίνεται σε βάθος 1-2 εκατ με σπαρτική μηχανή σιταριού ή με πνευματική μηχανή κατάλληλη για μικρού μεγέθους σπόρους.

Ζιζανιοκτονία
Τα ζιζάνια, κυρίως τα αγρωστώδη και τα πλατύφυλλα, αποτελούν απειλή για την ελαιοκράμβη κατά τα πρώτα στάδια ανάπτυξής της οπότε χαρακτηρίζεται από μικρή ανταγωνιστική ικανότητα. Γενικά, η ύπαρξη αγρωστωδών ζιζανίων προκαλεί μεγαλύτερες απώλειες συγκριτικά με τα πλατύφυλλα ζιζάνια και η παρουσία τους σε μεγάλο πληθυσμό μπορεί να μειώσει την τελική απόδοση κατά 50%.
Τα αγρωστώδη ζιζάνια που προκαλούν τις σοβαρότερες απώλειες στην καλλιέργεια της ελαιοκράμβης είναι ο βέλιουρας (Sorghum halepense), η φάλαρη (Phalaris spp.), η αγριάδα (Cynodon dactylon), η αλεπονουρά (Alopecurus myosuroides) και η αγριοβρώμη (Avena spp.). Τα κυριότερα πλατύφυλλα ζιζάνια είναι το βλήτο (Amaranthus retroflexus), ο στύφνος (Solanum nigrum), η μολόχα (Malva spp.), η μεγαλόκαρπη κολλητσίδα (Galium aparine), η στελλάρια (Stellaria spp.), η βερόνικα (Veronica spp.), το άγριο σινάπι (Sinapis arvensis), και το χαμομήλι (Chamomilla recutita). Για την καταπολέμησή τους εφαρμόζεται προσπαρτική ζιζανιοκτονία με τη χρήση σκευασμάτων της οικογένειας των δινιτροανιλινών. Σε περιπτώσεις δυσεξόντωτων αγρωστωδών ζιζανίων συστήνεται η εφαρμογή μεταφυτρωτικής ζιζανιοκτονίας με σκευάσματα της οικογένειας των αρυλοξυφαινοξυπροπιονικών κατά το στάδιο των δύο πρώτων φύλλων. Επίσης, συνηθισμένη πρακτική αποτελεί η χρήση σκευασμάτων της οικογένειας των διπυριλιδίων λίγο πριν τη σπορά και εφόσον έχουν φυτρώσει τα ζιζάνια. Προληπτικά μέτρα περιλαμβάνουν επιλογές ποικιλιών, πυκνοτήτων φύτευσης, χρόνου σποράς και συστήματος αμειψισποράς.

Λίπανση
Η ελαιοκράμβη είναι φυτό με υψηλές απαιτήσεις σε άζωτο σε όλη τη διάρκεια του βιολογικού της κύκλου. Το άζωτο χορηγείται κατά την περίοδο του φθινοπώρου και της άνοιξης ως βασική και επιφανειακή λίπανση. Η βασική λίπανση γίνεται πριν τη σπορά και περιλαμβάνει 2-3 μονάδες αζώτου, 5 μονάδες καλίου και 5 μονάδες φωσφόρου. Κατά την επιφανειακή λίπανση που πραγματοποιείται στις αρχές Μαρτίου, χορηγούνται 8-10 μονάδες αζώτου. Σε πολύ φτωχά εδάφη η δόση της επιφανειακής λίπανσης μπορεί να αυξηθεί κατά 2-3 μονάδες ενώ αντίθετα σε γόνιμα, πλούσια σε άζωτο εδάφη η χορήγηση αζώτου κατά τη βασική λίπανση μπορεί να παραληφθεί. Επίσης, απαραίτητο στοιχείο για την καλλιέργεια είναι το θείο και σε περίπτωση έλλειψής του συστήνεται η χορήγηση 3 μονάδων κατά την επιφανειακή λίπανση.

Άρδευση
Στη χώρα μας, η καλλιέργεια της ελαιοκράμβης μπορεί να είναι είτε τελείως ξηρική ή να δεχθεί 2-3 αρδεύσεις, μία μετά την σπορά για τη διευκόλυνση του φυτρώματος και δύο την άνοιξη κατά τα στάδια ανθοφορίας και γεμίσματος του σπόρου.

Φυτοπροστασία
Οι κυριότερες μυκητολογικές ασθένειες της ελαιοκράμβης είναι η σκληρωτίνια (Sclerotinia sclerotiorum), η αλτελνάρια (Alternaria spp.), ο βοτρύτης (Botrytis cinerea), η φόμα (Phoma lingam) και ο περονόσπορος (Peronospora parasitica). Στην Ελλάδα έχει παρατηρηθεί μόνο η αδρομύκωση (Verticillium dahliae), με ήπια προς το παρόν συμπτώματα που εντοπίζονται κυρίως στο στάδιο της ωρίμανσης. Η καταπολέμηση των παθογόνων μυκήτων πραγματοποιείται χημικά με την εφαρμογή κατάλληλων μυκητοκτόνων της οικογένειας των οργανοφωσφορικών, φθαλιμιδίων, αιθυλενοδιθειοκαρβαμιδικών, διθειοκαρβαμιδικών κ.α., ή με καλλιεργητικές τεχνικές που περιλαμβάνουν τη χρησιμοποίηση ανθεκτικών ποικιλιών, την εφαρμογή συστημάτων αμειψισποράς, την απολύμανση του σπόρου και την καταστροφή των υπολειμμάτων της καλλιέργειας και των ζιζανίων ξενιστών.
Οι κυριότεροι εντομολογικοί εχθροί για την καλλιέργεια της ελαιοκράμβης είναι οι Phyllotreta undula, Meligethes spp., Plutella xylostella, Dasyneura brassicae, Ceutorrynchus assimilis και C. Obstrictus, οι αφίδες (Lipaphis erysimi, Brevicoryne brassicae και Myzus persicae), Lygus spp. και Nysius raphanus. Στη χώρα μας, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, την καλλιέργεια προσβάλλουν οι αφίδες, και τα κολεόπτερα (Psylliodes chrysokephala και Meligethes aeneus) κατά το στάδιο της ανθοφορίας. Η καταπολέμηση τους πραγματοποιείται με τη χρήση κατάλληλων εντομοκτόνων της οικογένειας των οργανοχλωριωμένων, πυρεθρινοειδών, οργανοφωσφορικών και καρβαμιδικών.

Συγκομιδή
Η συγκομιδή της ελαιοκράμβης πραγματοποιείται όταν η υγρασία του σπόρου κυμαίνεται μεταξύ 9 και 10%. Λόγω των ξηροθερμικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα μας, η μείωση της υγρασίας πραγματοποιείται με ταχύ ρυθμό και έτσι μπορεί να συγκομισθεί και σε υψηλότερα επίπεδα (15-16 %), μειώνοντας τον κίνδυνο απωλειών λόγω "τινάγματος" του σπόρου. Κατά το στάδιο αυτό, τα βλαστικά μέρη του φυτού αποκτούν καφέ χρωματισμό και το 90% των σπόρων έχει μαύρο χρώμα.
Η συγκομιδή της ελαιοκράμβης πραγματοποιείται είτε με θερισμό στο ύψος των 25- 30 εκατ, ξήρανση με έκθεση στον αγρό (5-10 ημέρες) και αλωνισμό με αλωνιστική μηχανή σιτηρών είτε με θεριζοαλωνιστική μηχανή σιτηρών. Η χρήση θεριζοαλωνιστικής μηχανής προϋποθέτει αλλαγή των κόσκινων και την προσαρμογή στην ανέμη κάθετου μαχαιριού για την αποφυγή απωλειών. Η πρώτη μέθοδος εξασφαλίζει ομοιόμορφη κατανομή της υγρασίας του σπόρου, αλλά αυξάνει το κόστος συγκομιδής και ενέχει τον κίνδυνο απωλειών λόγω έκθεσης του συγκομιζόμενου προϊόντος στην ύπαιθρο. Λόγω χαμηλότερου κόστους, η συγκομιδή στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες γίνεται κυρίως με θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται αποξηραντικές ουσίες για ταυτόχρονη ωρίμανση των σπόρων και διευκόλυνση της συγκομιδής.

Αποθήκευση
Κατά την αποθήκευση, η υγρασία των σπόρων θα πρέπει να είναι μικρότερη από 9%. Η εκτιμώμενη απώλεια για κάθε έτος αποθήκευσης είναι 0.4% και 0.1-0.2% για σπόρους με ποσοστά υγρασίας 9% και 7-8 %, αντίστοιχα. Η αποθήκευση του συγκομιζόμενου προϊόντος πραγματοποιείται σε χώρους με χαμηλά ποσοστά υγρασίας και θερμοκρασίας.

Αποδόσεις – Ενεργειακές δυνατότητες
Στην Ελλάδα η απόδοση της ελαιοκράμβης σύμφωνα τα μέχρι τώρα πειραματικά και καλλιεργητικά δεδομένα κυμαίνεται μεταξύ 120-250 σε περιοχές όπως ο Εύρος (χωρίς συμπληρωματική άρδευση) ενώ με επαρκή άρδευση σε διάφορες περιοχές έχουν επιτευχθεί αποδόσεις που φθάνουν και τα 400 χλγ/στρ. Παράλληλα, παράγονται και 0.6-0.8 τόνοι ξηρής βιομάζας με υψηλή περιεκτικότητα σε κυτταρίνη από το υπόλοιπο (στελέχη) της καλλιέργειας ελαιοκράμβης. Οι αντίστοιχες ποσότητες παραγωγής βιοντίζελ είναι περίπου 75 και 120 κιλά/στρ βιοντίζελ για ξηρικές και αρδευόμενες καλλιέργειες αντίστοιχα.
Από ένα τόνο σπόρου ελαιοκράμβης με περιεκτικότητα σε λάδι 35-40 % μπορούν να παραχθούν 0.35 έως 0.4 τόνοι βιοντίζελ, 600-650 χλγ πίτας (με υγρασία) και 0.035 έως και 0.04 τόνοι γλυκερίνης. Το προερχόμενο από την ελαιοκράμβη βιοντίζελ παρουσιάζει σταθερότητα και καλή συμπεριφορά καύσης σε χαμηλές θερμοκρασίες γιατί περιέχει περίπου 60 % ελαϊκό και μόλις 6 % κορεσμένα οξέα. Τα νέα βελτιωμένα υβρίδια έχουν ακόμα μεγαλύτερη περιεκτικότητα ελαϊκού οξέος. Το ενεργειακό ισοδύναμο για την παραγωγή του βιοντίζελ έχει υπολογισθεί στο 2.1-3 περίπου ενώ η μείωση των ΑΕΘ από τη χρήση του κυμαίνεται από 35 έως 45 %.

Πηγή minagric.gr

Καταστροφείς πλευρικοί πολλαπλών θέσεων για τρακτέρ.

Καταστροφείς κλαδιών και χόρτων πολλαπλών θέσεων και χρήσεων. Καταστροφείς με βραχίονα που προσαρμόζονται ανάλογα με τις διαστάσεις σε όλους τους τύπους των τρακτέρ. Καταστροφέας όπου είναι ιδανικός για χρήση σε δρόμους, κανάλια αυλάκια κτλ.


 

Βασικός εξοπλισμός καταστροφέα.

  • Αναρτώμενη σύνδεση 3 σημείων του τρακτέρ με τον πύργο.
  • Γκρουπ, Κιβώτιο ταχυτήτων μετάδοσης κίνησης 540 rpm / min με ελεύθερη κίνηση λόγου καστάνιας.
  • Υδραυλική μετατόπιση πλευρά και κλίσης.
  • Εξωτερική ρύθμιση των ιμάντων.
  • Ηλεκτρονικά ισορροπημένο στροφείο. (Ζυγοστάθμιση).
  • Ζεύγος από πέδιλα για την ολίσθηση του μηχανήματος.
  • Διπλή οδοντωτή κόντρα από πι για τέλεια καταστροφή των κλαδιών.
  • Καπό πίσω πόρτα που μπορεί να ανοίξει για τη συντήρηση του καταστροφέα.
  • Σωλήνας εξαερισμού στους 90 °.
  • Σταθερή ταχύτητα υδραυλικής μετακίνησης του αρθρωτού.
  • Εμπρός προστασία από πορτάκια σιδήρου μεγάλης αντοχής.
  • Πίσω προσαρμογή ρυθμιζόμενου κυλίνδρου.

Ειδικά χαρακτηρίστηκα του καταστροφέα.

  • Ομοιόμορφη κοπή στις πλαγιές. Το εύρος του πλευρικού συστήματος είναι εφοδιασμένο με ανθεκτικούς υδραυλικούς κυλίνδρους που επιτρέπουν το μηχάνημα να λειτουργεί σε κάθετη (90 °) ή κλίση (-65 °).
  • Υψηλή ταχύτητα με χαμηλή δόνηση. Οι ειδικής κατασκευής ρότορες των πλευρικών καταστροφέων εξασφαλίζουν υψηλή ταχύτητα περιστροφής σε όλες τις συνθήκες εργασίας με πολύ χαμηλές δονήσεις.
  • Αξιόπιστους ιμάντες χρονισμού μετάδοσης κίνησης με εξωτερική ρύθμιση. Στο σύνολο από τους καταστροφείς μας χρησιμοποιούμε από 3 έως 5 αξιόπιστους ενισχυμένους οδοντωτούς ιμάντες που ρυθμίζονται εξωτερικά του μηχανήματος.

Τεχνικά χαρακτηρίστηκα για τους καταστροφείς.

Διαστάσεις

Ιπποδύναμη

Βάρος

Απόβαρο Τρακτέρ

Πλάτος Τρακτέρ

Μαχαίρια-Σφυριά

125 cm

18-24

235kg

700kg

1,10 m

28

155 cm

25-35

270kg

900kg

1,20 m

32

 

160 cm

50-60

525kg

2200kg

1.60 m

48 - 24

180 cm

60-70

585kg

2400kg

1.80m

52 - 26

200cm

70-80

645kg

2600kg

2.00m

60 - 30

 

 

 

 

Καταστροφέας για σκαπτικά μηχανήματα bobcat, jcb κτλ.

Κεφαλή καταστροφέα για σκαπτικά μηχανήματα όπως φορτωτές, JCB κτλ. Καταστροφέας που προσαρμόζετε στις βάσεις του σκαπτικού και λειτουργεί με παροχή ελαίου από το μηχάνημα.

Χαρακτηριστικά του καταστροφέα:

  • Κόντρα μαχαιριών (1)
  • Μοτέρ υδραυλικό αριστερά-δεξιά
  • Αλέθει χόρτα και κλαδιά διαμέτρου 4 cm
  • Κύλινδρος πίσω ρυθμιζόμενος
  • Πέδιλα

Πλάτοςεργασίας
 

Βάρος

Παροχή λαδιού
 

Πίεση

Μαχαίρια
 

Σφυριά
 

1.05

210kg

60÷90 lit

220 bar

28

14

1.25

230kg

60÷90 lit

220 bar

36

18

Καλλιέργεια Goji Berries

Γενικά
Ανήκει στην οικογένεια των Σολανωδών (Solanaceae), στην ίδια οικογένεια που ανήκουν και τα πολύ γνωστά σε μας φυτά όπως ντομάτα, πατάτα, μελιτζάνα κλπ. Είναι ένα θαμνώδες δέντρο (και όχι έρπον φυτό όπως παρουσιάστηκε σε τηλεοπτική εκπομπή) και το ύψος του μπορεί να ποικίλει από 2 έως και 4-5 μέτρα, ανάλογα με το είδος του φυτού και το κλάδεμα που θα του δώσουμε. Το εύρος των θερμοκρασιών στο οποίο μπορεί να επιβιώσει είναι μεγάλο. Αντέχει από – 20οC (κάποιοι αναφέρουν έως και -25οC) μέχρι + 40οC. Προτιμάει μέρη με ηλιοφάνεια τις περισσότερες ώρες της ημέρας, ή τουλάχιστον ημισκιερά. Μπορεί να αντέξει μέχρι και στα πιο ξερά καλοκαίρια! Το εντυπωσιακό είναι ότι το καλοκαίρι, με την μεγάλη ζέστη, ίσως να χάσει τα φύλλα του και να μοιάζει σαν να ξεράθηκε. Αυτό όμως δεν κρατάει για πολύ. Μέσα σε διάστημα 7-10 ημερών ξαναχτυπάει καινούρια φυλλαράκια, πιο ζωντανά και πιο πυκνά!

Έδαφος
Αναπτύσσεται πολύ καλά σε διάφορα εδάφη, από πολύ βαριά, αργιλώδη εδάφη έως αμμώδη, με ρΗ από 7 και πάνω. Βέβαια, τα είδαμε να αναπτύσσονται καλά και σε εδάφη με χαμηλότερο ρΗ. Δεν ξέρω, ίσως το αλκαλικό έδαφος να παίζει ρόλο στην ποσότητα ή την ποιότητα της παραγωγής. Το σημαντικό είναι το έδαφος να έχει καλή στραγγιστική ικανότητα και να αερίζεται.

Όσοι θέλουν να καλλιεργήσουν το φυτό σε γλάστρα, καλύτερα είναι να προτιμήσουν μια γλάστρα βαθιά, γιατί το φυτό αυτό έχει πολύ βαθύ ριζικό σύστημα. Το φάρδος της γλάστρας δεν παίζει σημαντικό ρόλο.

Πότισμα
Όπως είπαμε, είναι ένα φυτό με μεγάλη αντοχή στην ξηρασία λόγω του μεγάλου βάθους του ριζικού συστήματός του, παρ' όλα αυτά όμως, ειδικά σε περίοδο παραγωγής θα πρέπει να ποτίζεται όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης, τα νεαρά φυτά καλά είναι να ποτίζονται τακτικά (μια φορά την εβδομάδα αν δεν έχει προηγηθεί βροχή). Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να ποτίζετε με κατάκλιση, αλλά με σταγόνες ή μπεκάκια, που θα ψεκάζουν το νερό χωρίς να βρέχουν τα φύλλα, για την αποφυγή μυκητολογικών προσβολών.

Φύτευση
Οι αποστάσεις φύτευσης είναι στα 2 μέτρα φυτό από φυτό πάνω στη σειρά. Ανάλογα με τον τρόπο καλλιέργειας που θέλετε να ακολουθήσετε, θα αφήσετε και αποστάσεις σειράς από σειρά. Δηλ. αν επιλέξετε ελεύθερη φύτευση θα αφήσετε 3,5-4,0μ. απόσταση μεταξύ των σειρών, και σ' αυτήν την περίπτωση το στρέμμα θα πάρει 120-130 φυτά. Στην περίπτωση που θα επιλέξετε φύτευση σε στυλ παλμέτας, οι αποστάσεις σειράς από σειρά θα είναι 2,0-2,5μ., και άρα θα μπει σχεδόν ο διπλάσιος αριθμός φυτών.
Όταν θα παραλάβετε τα μικρά φυτά, καλό είναι να μην τα αφήσετε για πολύ καιρό μέσα στα μικρά γλαστράκια, και να τα μεταφυτέψετε όσο το δυνατόν γρηγορότερα, γιατί όταν η ρίζα του φυτού φτάσει στον πάτο της γλάστρας το φυτό σταματάει να αναπτύσσεται. Αν έχετε σκοπό να καλλιεργήσετε τα φυτά σας σε γλάστρα, να προτιμήσετε μια γλάστρα βαθιά, γιατί οι ρίζες του φυτού τραβάνε σε βάθος. Το φάρδος της γλάστρας δεν έχει μεγάλη σημασία. Αν κατά την μεταφύτευση κόψετε λίγο τις ρίζες, το φυτό θα κλαδώσει και θα πάρει σχήμα θάμνου.

ΠΡΟΣΕΞΤΕ: Υπάρχει μεγάλη σύγχυση όσον αφορά την ποσότητα των δενδρυλλίων ανά στρέμμα. Κάποιοι φυτωριούχοι-έμποροι προτείνουν 250-300 φυτά/στρέμμα (δηλ. πολύ πυκνή φύτευση 1,0μ. X 3,0μ.), βασιζόμενοι στις φυτείες της Κίνας. Εδώ ίσως να υπάρχει κάποια παγίδα! ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΙΝΑ!!! Εκεί γίνεται αλόγιστη χρήση χημικών και οι έλεγχοι για χημικά υπολείμματα δεν ξέρω καν αν γίνονται... Δεν είναι λίγες οι εισαγόμενες στην Ευρώπη παρτίδες αποξηραμένου καρπού γκότζι που, ύστερα από έλεγχο, γύρισαν πίσω λόγω υπερβολικών ποσοστών σε χημικά. Το κλίμα της Ελλάδας δεν είναι ίδιο με αυτό της Κίνας. Στην χώρα μας έχουμε αρκετή υγρασία, κάτι που ευνοεί την ανάπτυξη κάποιων ασθενειών, και ειδικότερα των μυκητιάσεων. Όσο πιο πυκνά είναι φυτεμένα τα φυτά, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει να αναπτύξει ασθένειες και άλλο τόσο πιο δύσκολη θα είναι η καταπολέμηση τους. Αν λοιπόν εμείς εφαρμόσουμε τα φυτοφάρμακα που εφαρμόζουν οι κινέζοι στις φυτείες τους, δεν πρόκειται να πουλήσουμε ούτε κιλό από τον παραγόμενο καρπό! Άλλωστε, σκεφτείτε το κι αλλιώς: αν φυτέψετε τα δέντρα σας στα 2,0μ. και εφ' όσον αυτά ενηλικιωθούν και δεν παρουσιάζουν προβλήματα, τότε μπορείτε ανάμεσά τους να προσθέσετε κι άλλα δενδρύλλια. Ενώ αν από την αρχή τα φυτέψετε στο 1,0μ. και μετά από χρόνια καταλάβετε ότι υπάρχουν προβλήματα με ασθένειες, τι θα κάνετε; Θα ξεριζώσετε τα μισά δέντρα;

Λάβετε υπ' όψιν σας επίσης ότι κανείς από αυτούς που προτείνουν πυκνή φύτευση, δεν έχει καλλιεργήσει το γκότζι σε χωράφι, παρά μόνο σε γλάστρες... Βασίζονται σε πληροφορίες που αφορούν την Κίνα, παραβλέποντας τις συνθήκες της χώρας μας (όπως και την νομοθεσία περί τροφίμων). Κι επιπλέον υπάρχει και το εμπορικό κέρδος. Όσα περισσότερα φυτά πουλήσουν, τόσο μεγαλύτερο κέρδος θα έχουν! Καλά, αυτό το τελευταίο ισχύει και για μένα...

Εχθροί-ασθένειες
Από τα όσα μας έδειξε το φυτό μέχρι τώρα, μπορούμε να πούμε ότι προσβάλλεται από την ψείρα και τον θρίπα. Αυτές οι προσβολές καταπολεμούνται με εντομοκτόνα. Ανάλογα με το είδος καλλιέργειας που θα κάνετε (συμβατική, ολοκληρωμένης διαχείρισης ή βιολογική) θα επιλέξετε και το σκεύασμα το οποίο θα χρησιμοποιήσετε για την καταπολέμηση των εντόμων αυτών.

Επίσης, κάποιος πελάτης μας ανέφερε ότι τα φυτά του προσβλήθηκαν από ωίδιο (πάστρα). Για να το καταπολεμήσετε αυτό, θα πρέπει να ψεκάσετε τα φυτά σας με κάποιο μυκητοκτόνο.

Οποιαδήποτε άλλη προσβολή παρατηρήσουμε στο μέλλον, θα καταγράφεται σε αυτήν την ενότητα.

Λίπανση
Όπως έχουμε πει, τα φυτά Goji berry δεν είναι καθόλου απαιτητικά σε θρεπτικά συστατικά και μπορεί να αναπτυχθεί ακόμα και στα πιο φτωχά εδάφη. Μέχρι τώρα δεν έχουμε χρησιμοποιήσει κάποιο λίπασμα. Στα μισά φυτά όμως έχουμε προσθέσει κοπριά και παρατηρήσαμε ότι τα φυτά αυτά αναπτύχθηκαν καλύτερα, το φύλλωμά τους ήταν πυκνότερο και με πιο ζωηρό χρώμα. Αν χρησιμοποιήσετε κοπριά στα φυτά σας, φροντίστε να είναι χωνεμένη. Επίσης, η χρήση ΕΜ (ενεργών μικροοργανισμών) θα βοηθήσει στην ανάπτυξη των φυτών σας, καθώς θα τα κάνει και πιο ανθεκτικά στις προσβολές εντόμων και ασθενειών.

Καρποφορία
Αν φυτέψετε τα φυτά σας νωρίς την άνοιξη, το πιθανότερο είναι ότι προς το τέλος του καλοκαιριού θα γευτείτε τους πρώτους σας καρπούς Goji Berry! Θα είναι βέβαια λιγοστοί και μικροί, αλλά με το πέρασμα των χρόνων οι καρποί θα πολλαπλασιάζονται και θα μεγαλώνουν σε μέγεθος. Σε πλήρη παραγωγή αναμένεται να φτάσουν τα φυτά σας στον 3-4 χρόνο, και θα παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα μέχρι το 35ο έτος της ζωής τους.

Συγκομιδή
Θα έλεγα ότι αυτό είναι το δυσκολότερο μέρος της όλης καλλιέργειας των Goji berries. Η συγκομιδή των καρπών γίνεται αποκλειστικά χειρονακτικά, και μάλιστα θα πρέπει να φοράτε γάντια ή να έχετε κάποιο ύφασμα, ώστε να μην πιάνετε τους καρπούς με γυμνά χέρια, γιατί όπου ακουμπάει το δέρμα μας τον καρπό, το σημείο αυτό οξειδώνεται και σκουραίνει. Επίσης θα πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι η παραγωγική περίοδος κρατάει πολύ καιρό. Αρχίζει από τέλη Ιουνίου-αρχές Ιουλίου και φθάνει μέχρι τις πρώτες παγωνιές του Οκτώβρη. Όλους αυτούς τους μήνες θα πρέπει να συγκομίζετε τους ώριμους καρπούς κάθε 3-4 ημέρες.

Πέρα από τους καρπούς όμως, μπορείτε να μαζέψετε και τα φύλλα, να τα αποξηράνετε και το πίνεται σαν τσάι.

Αποξήρανση
Η αποξήρανση των καρπών δεν είναι δύσκολη. Μπορούν να αποξηρανθούν με φυσικό τρόπο όπως οι σταφίδες, είτε σε αποξηραντήρια σταφίδας με αέρα, χωρίς την προσθήκη χημικών.

Πηγή biobaxes2.wordpress.com/
Παναγιώτου Ελένη
Τ.Γεωπόνος

Η καλλιέργεια της μηλιάς

Το μήλο είναι φρούτο, καρπός του δέντρου μηλιά (επιστ.: Μηλέα η ήμερος, λατ. Malus domestica) της οικογένειας των Ροδοειδών (Rosaceae). Είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα και ευρύτατα καλλιεργούμενα φρούτα. Το δέντρο είναι φυλλοβόλο και φτάνει τα 5-12 μέτρα ύψος με φύλλα που έχουν ελλειψοειδές σχήμα και μυτερή άκρη. Ανθίζει την άνοιξη με άσπρα άνθη (ελαφρά ροζ στην αρχή), 2.5-3.5 cm σε διάμετρο, με πέντε πέταλα. Τα φρούτα ωριμάζουν το φθινόπωρο και συνήθως έχουν διάμετρο 5-9 cm (και σπάνια μέχρι και 15 cm). Η μηλιά ήταν γνωστή από τους προϊστορικούς χρόνους, τόσο σε άγρια όσο και σε καλλιεργούμενη μορφή. Η καταγωγή της τοποθετείται στην περιοχή νότια του Καυκάσου. Το δέντρο καλλιεργείται από την αρχαιότητα στην Ασία και στην Ευρώπη. Η καλλιεργούμενη μηλιά αναφέρεται από το Θεόφραστο τον 3o αι. π.Χ.. Το γένος malus, εκτός της κοινής μηλιάς, συμπεριλαμβάνει και άλλα είδη, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: Μalus baccata (Μ. η ραγοφόρος), Μalus fusca (Μ.η φαιά), Μalus orientalis (Μ. η ανατολική), Μalus prunifolia (Μ. η προυμνόφυλλος), Μalus pumila (Μ. η νανοφυής), Μalus sylvestris (Μ. η δασική), Μalus spectabilis (Μ. η έκλαμπρος). Με την ανακάλυψη του νέου κόσμου και την εγκατάσταση αποίκων πολλές ευρωπαϊκές ποικιλίες μεταφέρθηκαν στην Αμερική.

Γενικά

Η μηλιά είναι το πιο διαδεδομένο οπωροφόρο παγκοσμίως, αντιπροσωπεύει το 50% των φυλλοβόλων οπωροφόρων δέντρων, με παγκόσμια ετήσια παραγωγή περί τα 60 εκατομμύρια τόνους. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής μήλων παγκοσμίως αποτελείται από επιτραπέζιες ποικιλίες. Οι ποικιλίες πολλαπλής χρήσεως όμως αρχίζουν να γίνονται συνεχώς δημοφιλέστερες. Παλιότερα σε κάθε τόπο καλλιεργούνταν διαφορετικές ποικιλίες μήλων. Οι απαιτήσεις όμως για αυξημένη παραγωγή και υψηλή ποιότητα καρπών, συνέβαλαν στη δημιουργία και διάδοση νέων ποικιλιών που καλλιεργούνται σήμερα σε διάφορα μέρη με παρόμοιες κλιματικές συνθήκες. Οι πιο διαδεδομένες ποικιλίες είναι η Golden Delicious και οι διάφορες κόκκινες ποικιλίες Delicious αμερικανικής προέλευσης, η Mutsu ιαπωνικής προέλευσης και η Granny Smith αυστραλιανής προέλευσης. Η καλλιέργεια της μηλιάς είναι διαδεδομένη σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο. Μηλεώνες απαντώνται ακόμη και στη Σιβηρία όπου η θερμοκρασία κατά τους χειμερινούς μήνες μπορεί να πέσει στους -40 βαθμούς Κελσίου. Μέχρι το 1940 η παραγωγή μήλων στην Ελλάδα ήταν πολύ μικρή. Σήμερα η καλλιεργούμενη έκταση είναι περίπου 150.000 στρέμματα και η ετήσια παραγωγή ανέρχεται σε 350.000 τόνους, αποτελώντας τη δεύτερη σπουδαιότερη καλλιέργεια από τα φυλλοβόλα οπωροφόρα μετά τη ροδακινιά. Η καλλιέργεια της μηλιάς σε μορφή συστηματικών οπωρώνων εντοπίζεται κυρίως στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, στη Θεσσαλία και στην Πελοπόννησο. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση δέντρων μηλιάς βρίσκεται στην περιοχή του Βερμίου. Καλλιεργείται επίσης στους νομούς Ημαθίας, Πέλλας, Καστοριάς, Μαγνησίας, Λάρισας και Αρκαδίας.
H Μηλέα η οικιακή (Malus domestica), καθώς αναφέρεται, προήλθε από το είδος Μηλέα η χαμηλή ή Μηλέα η νανοφυής (Malus pumila), αλλά στην εξέλιξή της, όπως είναι παραδεχτό σήμερα, συνέβαλε το είδος Μηλέα η δασική (Malus sylvestris), καθώς και πολλά άλλα είδη. Σήμερα υπολογίζεται ότι υπάρχουν γύρω στις 7.5 χιλιάδες ποικιλίες μήλων.

Βοτανικά χαρακτηριστικά

Η μηλιά είναι δέντρο φυλλοβόλο, μεγάλου μεγέθους, πλαγιόκλαδο ή ορθόκλαδο και μακρόβιο.
Ρίζα: Το ριζικό σύστημα της μηλιάς αποτελείται από πολλές πλάγιες ρίζες και καταλαμβάνει έκταση διπλάσια από εκείνη που καταλαμβάνει η προβολή της κόμης του δέντρου. Το μεγαλύτερο ποσοστό του ριζικού συστήματος βρίσκεται κοντά στην επιφάνεια του εδάφους αλλά η ρίζα μπορεί να φθάσει σε βάθος μέχρι 3 μέτρων και πάνω.
Φύλλα: Τα φύλλα είναι απλά, κατ' εναλλαγή, ωοειδή, οδοντωτά, βραχύμισχα, με την κάτω επιφάνεια χνουδωτή. Το μέγεθος και το πάχος των φύλλων επηρεάζονται από την ποικιλία, τις καλλιεργητικές συνθήκες, το χρόνο εμφάνισής τους και τη ζωηρότητα του δέντρου. Ο μίσχος των φύλλων φέρει μερικές φορές κοντά στη βάση δύο μικρά παράφυλλα.
Οφθαλμοί: Οι οφθαλμοί είναι πεπλατυσμένοι, χνουδωτοί και εφάπτονται του βλαστού. Οι καρποφόροι οφθαλμοί είναι μικτοί (όταν ανοίγουν δίνουν βλάστηση μικρού μήκους 0,5 – 3 εκ., που φέρει πλάγια φύλλα και επάκρια άνθη) και ο καθένας περικλείει πέντε με έξι άνθη. Η διαφοροποίηση των οφθαλμών σε βλαστοφόρους και μικτούς αρχίζει τον Ιούλιο – Αύγουστο και ολοκληρώνεται την επόμενη άνοιξη πριν από την άνθηση.
Άνθη: Από κάθε μικτό οφθαλμό αναπτύσσονται περίπου πέντε άνθη σε ταξιανθία κορύμβου. Το κεντρικό άνθος καλείται βασιλικό, ανοίγει πρώτο και ακολουθείται από τα δύο άνθη της βάσης και εν συνεχεία από τα δύο ενδιάμεσα άνθη. Τα άνθη αποτελούνται από πέντε σέπαλα, πέντε πέταλα, είκοσι στήμονες με κίτρινους ανθήρες και έναν ύπερο αποτελούμενο από την ωοθήκη και πέντε στύλους που συμφύονται σε κοινή βάση. Τα άνθη είναι εντομόφιλα. Σε μερικές ποικιλίες όπου οι στήμονες είναι μακρύτεροι από τους στύλους, οι μέλισσες μπορούν να συλλέγουν γύρη χωρίς να γίνεται επικονίαση.
Καρπός: Ο καρπός της μηλιάς είναι ψευδής. Το βρώσιμο τμήμα αποτελείται από ιστούς που προέρχονται από την πάχυνση της βάσης του κάλυκα, της στεφάνης και των στημόνων. Έχει ποικίλο σχήμα, από σφαιρικό έως επίμηκες, σάρκα τραγανή ή αλευρώδη, εύχυμη, γλυκιά, όξινη ή υπόξινη και τα σπέρματα είναι καφέ απόχρωσης.

Κλιματολογικές απαιτήσεις

Η μηλιά είναι δέντρο κυρίως των ψυχρών και υγρών περιοχών. Απαιτεί δροσερό καλοκαίρι και αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διακοπή του λήθαργου των οφθαλμών της και το δροσερό καλοκαίρι για παραγωγή μήλων υψηλής ποιότητας. Παρόλα αυτά κατά την περίοδο της ανθοφορίας κινδυνεύει από παγετούς. Παραθαλάσσιες και παραλίμνιες περιοχές ευνοούν την καλλιέργεια της μηλιάς γιατί ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιών από παγετό μειώνεται σημαντικά λόγω της υδάτινης επιφάνειας που συντελεί στη διατήρηση της θερμοκρασίας σε επιθυμητά επίπεδα. Σε ανεμόπληκτες παραθαλάσσιες περιοχές μπορεί να προκληθούν ζημιές από τα σταγονίδια της θάλασσας στα φύλλα και τους καρπούς της.
Θερμοκρασία: Η θερμοκρασία του καλοκαιριού επηρεάζει την εμφάνιση του κόκκινου χρώματος των καρπών και κατά συνέπεια την ποιότητα της παραγωγής. Η άριστη μέση θερμοκρασία κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο είναι 20 – 21 βαθμοί Κελσίου. Οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες, όταν συνοδεύονται και από σημαντική έλλειψη εδαφικής υγρασίας, προξενούν σοβαρές ζημιές στην παραγωγή. Οι κατ' εξαίρεση χαμηλές θερμοκρασίες (κάτω των -25 βαθμών Κελσίου) μπορεί να προξενήσουν ζημιές στα δέντρα κυρίως όταν είναι απότομες. Η ανθεκτικότητα στις χαμηλές θερμοκρασίες διαφέρει από ποικιλία σε ποικιλία. Η μηλιά έχει μεγαλύτερες ανάγκες σε χαμηλές θερμοκρασίες από οποιοδήποτε άλλο φυλλοβόλο καρποφόρο είδος. Η επιτυχής της καλλιέργεια εξαρτάται άμεσα από αυτό τον παράγοντα, σε θερμές περιοχές ή όπου οι χειμώνες είναι θερμοί δημιουργούνται προβλήματα όπως για παράδειγμα πολλοί οφθαλμοί δεν εκπτύσσονται, η βλάστηση είναι αδύνατη, η άνθηση χρονικά ανώμαλη, η καρποφορία περιορισμένη και η ωρίμανση των καρπών ασύγχρονη.
Βροχόπτωση: Ευδοκιμεί σε περιοχές με ετήσιο ύψος βροχόπτωσης πάνω από 500 χιλ., που κατανέμεται σε όλη τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου. Σε περιοχές με λιγότερη βροχόπτωση χρειάζεται άρδευση. Η υψηλή σχετική ατμοσφαιρική υγρασία κατά την περίοδο της καρποφορίας μπορεί να προκαλέσει ασθένειες, κυρίως σκωριάσεις. Η μηλιά ανέχεται την εδαφική υγρασία αλλά και την απαιτεί, ιδιαίτερα τη θερινή περίοδο. Όταν οι ανάγκες της δεν ικανοποιούνται από τις βροχοπτώσεις τότε πρέπει να αρδεύεται. Η άρδευση γίνεται συχνότερα σε βαριά εδάφη όπου οι ρίζες είναι επιπόλαιες. Το υπερβολικό πότισμα όμως πρέπει να αποφεύγεται γιατί δημιουργεί προβλήματα και προκαλεί ασθένειες.
Ηλιοφάνεια: Το άφθονο φως είναι απαραίτητο γιατί επηρεάζει σημαντικά το χρώμα των καρπών, χαρακτηριστικό που σε ορισμένες περιπτώσεις καθορίζει την ποιότητά τους.

Εδαφολογικές απαιτήσεις

Η μηλιά προτιμά εδάφη γόνιμα, βαθειά, καλά αποστραγγιζόμενα και με επαρκή περιεκτικότητα σε ασβέστιο. Οι μεγαλύτερες αποδόσεις επιτυγχάνονται στις πεδινές περιοχές, όπου υπάρχει η δυνατότητα εντατικής εκμετάλλευσης και η καλύτερη ποιότητα στις ημιορεινές ή ορεινές περιοχές λόγω πιο ευνοϊκού κλίματος.

Πολλαπλασιασμός

Η μηλιά πολλαπλασιάζεται είτε εγγενώς με σπόρο είτε αγενώς με μοσχεύματα, καταβολάδες, παραφυάδες και εμβολιασμό. Ο τελευταίος είναι ο συνηθέστερος τρόπος πολλαπλασιασμού της μηλιάς.

Θρεπτική αξία

Tο μήλο είναι πλούσιο σε βιταμίνες, διαιτητικές ίνες, μεταλλικά στοιχεία. Περιέχει ασβέστιο, φώσφορο, σίδηρο, κάλιο, βιταμίνη C, βιταμίνη A, φολικό οξύ, βιοτίνη, μηλικό οξύ. Βοηθά στην πέψη καθώς και στην καύση του λίπους. Έχοντας πολύ λίγες θερμίδες βοηθά τον οργανισμό να διατηρηθεί υγιής. Είναι καλό να καταναλώνεται μετά από κάποιο γεύμα γιατί έχοντας πολύτιμες θρεπτικές ουσίες βοηθά στο μεταβολισμό του οργανισμού και την γρηγορότερη πέψη.

Ποικιλίες

Οι κυριότερες σύγχρονες ποικιλίες που προωθούνται στην αγορά είναι οι παρακάτω:
Από τις πρώιμες ποικιλίες, η ποικιλία Gala και ιδιαίτερα οι κλώνοι Gala Schniga, Anaglo, Brookfield Gala στις πεδινές περιοχές.
Από τις όψιμες ποικιλίες, η ποικιλία Fuji και η ποικιλία Granny Smith και Μούτσου που ευδοκιμεί σε ορεινές περιοχές.
Από την ομάδα Red Deliciοus οι κλώνοι Red Chief, Superchief, Red Kan, Scarlet Spur, Red Cap σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές.
Από την ομάδα Golden Deliciοus, οι κλώνοι Golden Reinders, Golden Smoothee και Golden B.
Από τις τριπλοειδείς ποικιλίες, οι ποικιλίες Red Jonaprince, Jonagored, Jonagold.
Η ελληνική ποικιλία Φιρίκι συναντάται ως επί το πλείστον στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές της χώρας. Πριν από 150-200 χρόνια εμφανίστηκε στο Πήλιο ένα μοναδικό στο είδος μήλο, μικρό στο μέγεθος και υπόξινο στη γεύση: το φιρίκι, το ήμερο και το άγριο (που δεν είναι εδώδιμο). Το φιρίκι είχε σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των υπόλοιπων ποικιλιών: ήταν ένα μήλο ανθεκτικό στις ασθένειες και με μεγάλη αντοχή μετά τη συγκομιδή. Με την έλευση όμως των καινούργιων ποικιλιών περιορίστηκε πολύ η καλλιέργειά του λόγω των μεγάλων απαιτήσεών του.

Πηγή el.wikipedia.org

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
close

Εγγραφείτε για να είστε σε επαφή μαζί μας!!!

Γίνε ο πρώτος που θα μαθαίνει για τις ειδικές προσφορές και τα τελευταια νέα μας.

Ελέγξτε την Privacy Policy & Terms of use
Μπορείτε να διαγραφείτε από την λίστα email οποιαδήποτε στιγμή